Περισσότερα... »
skip to content
Lefkada Blogs » Liberal Socialism | |||
|
Όλα τα blogs της Λευκάδας με μια ματιά |
Pass Free Internet με Extra! *ΝΕΟΣ* αριθμός: 899 300 300 300 Username: pass Password: free Δωρεάν Μουσική, SMS, WebVoice κ.α. | ||
6516 άρθρα από 27 πηγές
Aa - Zz
(947)
Αα - Ωω
(5569)
Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να ανακτήσει τη στρατηγική πολιτική ηγεμονία μόνον μέσω της συγκρότησης μιας μεγάλης συμμαχίας που αντιπαρατιθέμενη στον νεοσυντηρητισμό θα δώσει ρεαλιστικές απαντήσεις στα προβλήματα της Νέας Εποχής. Η συμμαχία αυτή αρθρώνεται σε τρία αλληλένδετα επίπεδα
“Η” 14/4
Γραφει ο Καριπίδης Γιώργιος
karipidis@the.forthnet.gr
Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να ανακτήσει τη στρατηγική πολιτική ηγεμονία μόνον μέσω της συγκρότησης μιας μεγάλης συμμαχίας που αντιπαρατιθέμενη στον νεοσυντηρητισμό θα δώσει ρεαλιστικές απαντήσεις στα προβλήματα της Νέας Εποχής. Η συμμαχία αυτή αρθρώνεται σε τρία αλληλένδετα επίπεδα.
Στο κοινωνικό επίπεδο θα είναι η συμμαχία μεταξύ των δυναμικών μεσαίων στρωμάτων που συνδέονται με το νέο παραγωγικό πρότυπο, και των ασθενέστερων στρωμάτων που χωρίς πολιτικές αλληλεγγύης τείνουν να περιθωριοποιηθούν.
Στο πολιτικό επίπεδο θα είναι η παράταξη της Κεντροαριστεράς, δηλαδή μια συμμαχία που εκτείνεται από τη Μεταρρυθμιστική Αριστερά ως τους Φιλελεύθερους του Κέντρου.
Στο επίπεδο της ιδεολογίας και του προγράμματος εκφράζεται με τη σύγκλιση των δύο μεγάλων ρευμάτων της νεωτερικής εποχής: το σοσιαλισμό και το φιλελευθερισμό. Τα κύρια εμπόδια για αυτές τις απαιτούμενες συγκλίσεις είναι οι παρωπίδες του δογματισμού και η υποκρισία του συνήθους λαϊκισμού.
Ο σοσιαλισμός και ο φιλελευθερισμός είναι τέκνα του Διαφωτισμού και η τεράστια προσφορά τους στη διαμόρφωση της σύγχρονης κοινωνίας πραγματοποιήθηκε μέσα από αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις, αλλά και μέσα από μια ανεπαίσθητη αλλά υπαρκτή διαδικασία όσμωσης και συγκλίσεων, που τελικά αποδείχθηκε καθοριστικότερη. Σήμερα τα δύο αυτά ρεύματα -εν μέσω της κρίσης τους- βρίσκονται πολύ κοντά μεταξύ τους.
Ο φιλελευθερισμός στηρίχθηκε στη βεβαιότητα ότι η ελευθερία παράγει δικαιοσύνη. Όμως δεν μπόρεσε ποτέ να δημιουργήσει προϋποθέσεις πραγμάτωσης της ελευθερίας. Η ελευθερία μοιάζει «με το χώρο που είναι απαραίτητος για να περπατήσουμε. Αλλά ο χώρος δεν μετέφερε ποτέ κανέναν». Το οικονομικό laissez-faire φαλκιδεύει τις ελευθερίες, δημιουργεί τεράστιες ανισότητες, αδυνατεί να ρυθμίσει την αστάθεια του συστήματος. Απέναντι στην υπερφιλελεύθερη αντίληψη που εξιδανικεύει τον καπιταλισμό αλλά υπόσχεται ανάπτυξη με ανθρώπινο κόστος, ήδη διαμορφώνεται μια φιλελεύθερη εκδοχή που αποδέχεται τη θέσπιση κανόνων για την ελευθερία. Στην οικονομία αποδέχεται τη θέσπιση ρυθμίσεων από δυνάμεις εκτός της αγοράς. Πρόκειται για ένα φιλελευθερισμό με κοινωνικούς κανόνες, για ένα κοινωνικοποιημένο φιλελευθερισμό. Απορρίπτοντας τον νεοφιλελευθερισμό βρίσκεται ήδη κοντά στο ρεφορμιστικό σοσιαλισμό.
Ο σοσιαλισμός ακολούθησε αντίστροφη πορεία. Στηρίχθηκε στη βεβαιότητα ότι η δικαιοσύνη παράγει ελευθερία. Όμως δεν μπόρεσε να περάσει από τη δημιουργία των προϋποθέσεων της ελευθερίας, στην ίδια την πραγμάτωση της ελευθερίας ως εξατομικευμένη χειραφέτηση. Τα δόγματα της κεντρικά διευθυνόμενης παραγωγής (που οδηγούσε στην πλήρη κυριαρχία του κράτους επί της κοινωνίας) και του μεσσιανικού ρόλου της εργατικής τάξης, κατέρρευσαν. Η περίοδος των «παχιών αγελάδων» της σοσιαλδημοκρατίας, με τις κεϊνσιανικές ρυθμίσεις του φορντικού καπιταλισμού, ανακόπηκε από την παγκοσμιοποίηση, την πληροφορική επανάσταση και την πολυποίκιλη, ευμετάβλητη σύγχρονη αγορά. Σήμερα ο σοσιαλισμός, απορρίπτοντας την κρατικίστικη - συγκεντρωτική εκδοχή του, προσπαθεί να θέσει κοινωνικά όρια στον ανταγωνισμό της αγοράς, διατηρουμένων των παραγωγικών πλεονεκτημάτων της. Επιχειρεί να κατοχυρώσει την κοινωνική αλληλεγγύη ως παράγοντα της παραγωγικής διαδικασίας. Στοχεύει στη χειραφέτηση του ατόμου μέσω της χειραφέτησης της κοινωνίας. Πρόκειται για ένα φιλελεύθερο σοσιαλισμό που κινείται προς συνάντηση του κοινωνικοποιημένου φιλελευθερισμού.
Η συνειδητή πολιτική στόχευση της σύγκλισης των δύο ρευμάτων, μέσω της παράλληλης αναθεώρησής τους και της απόρριψης των δογματικών κλάδων τους, αποτελεί την προοδευτική πολιτική πρόταση του Σήμερα.
Είναι γεγονός πως για αρκετούς μέσα στο ΠΑΣΟΚ ο όρος ΄΄φιλελεύθερος σοσιαλισμός΄΄, είναι δυσκολοχώνευτος.
Κατά μία άποψη οι όροι ΑΡΙΣΤΕΡΑ και ΔΕΞΙΑ προέκυψαν από την θέση που κάθονταν οι Άγγλοι βουλευτές στη βουλή των Λόρδων.Κομμουνισμός, Σοσιαλισμός, Φιλελευθερισμός, Καπιταλισμός, Αριστερά, Δεξιά, Κέντρο, Σοσιαλδημοκρατία, Κεντροδεξιά κλπ… Τίποτα παραπάνω από λέξεις που σχηματίζονται από τα γράμματα του Ελληνικού Αλβάβητου. Το περιεχόμενο των λέξεων αυτών δεν είναι συγκεκριμένο. Δεν υπάρχουν δηλαδή αξιωματικοί ορισμοί που να αποδίδουν στις λέξεις αυτές συγκεκριμένο εννοιολογικό διαχρονικό περιεχόμενο. Οι άνθρωπος εξελίσσεται, οι κοινωνίες προοδεύουν, αλλάζουν, διαμορφώνονται συνεχώς, είναι ξεκάθαρο πως πρόκειται για δυναμικά συστήματα. Αναγκαστικά, το περιεχόμενο των λέξεων που θέλουν να περιγράψουν τη μορφή της κοινωνικής οργάνωσης στη κάθε εποχή (όταν για το σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται σε μόνιμη βάση οι ίδιες λέξεις) είναι διαφορετικό, δεδομένου πως κάθε εποχή είναι διαφορετική. Συνεπώς δεν πρέπει να ασχολούμαστε με τις λέξεις άλλά με το περιεχόμενό τους. Προσωπικά, πιστεύω πως για να αλλάξουν τα πράγματα και να ξαναποκτήσει η πολιτική το κύρος και την αξιοπιστία της, πρέπει να αλλάξει άρδην η πολιτική ορολογία καθώς ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των λέξεων που αυτές λαμβάνουν σε δεδομένη χρονική στιγμή, οι συγκεκριμένες λέξεις έχουν εντελώς απαξιωθεί στη συνείδηση του κόσμου με αποτέλεσμα να επικρατεί μόνιμη σύγχυση ως προς το περιεχόμενο. Σε αυτό βοήθησαν όλα τα κόμματα με τη συμπεριφορά και τη δράση τους. Το ΚΚΕ απαξίωσε τη λέξη κομμουνισμός, το ΚΚΕ, ο ΣΥΝ και το ΠΑΣΟΚ απαξίωσαν τη λέξη ΑΡΙΣΤΕΡΑ, το ΠΑΣΟΚ απαξίωσε τη λέξη σοσιαλισμός, η ΝΔ απαξίωσε τις λέξεις φιλελεύθερος και δημοκρατία.Θα σταθώ μόνο στις λέξεις φιλελεύθερος, δημοκρατία, σοσιαλισμός και αριστερά. Η ΝΔ απαξίωσε τη λέξη φιλελεύθερος διότι ασχολήθηκε μόνο με την οικονομική διάσταση του όρου και μάλιστα με πρωτοφανή αποτυχία αφού σήμερα αντί για ελεύθερη αγορά έχουμε αγορά των κρατικών και ιδιωτικών μονοπωλίων.
Το ΠΑΣΟΚ απαξίωσε τη λέξη σοσιαλισμός διότι αν εξαιρέσεις τους μακαρίτες (τυχαίο?) Γεννηματά, Τρίτση, Μελίνα και τον Ανδρέα (από το ΄74 έως το ΄85), δεν ευτύχησε να γνωρίσει άλλους σοσιαλιστές στις τάξεις του, ενώ η πολιτική του βαθμιαία απέκτησε διαχειριστικό και συντηρητικό χαρακτήρα, με όλο και λιγότερο κοινωνικά χαρακτηριστικά.
Η ΝΔ απαξίωσε τη λέξη δημοκρατία, διότι δεν αφήνει κανένα περιθώριο μετεξέλιξης του πολιτικού μας συστήματος προς μια αμεσότερη δημοκρατία, αλλά συνεχώς οι πρωτοβουλίες της στοχεύουν στην όλο και μεγαλύτερη ενίσχυση του συγκεντρωτισμού της εξουσίας (εκλογικός νόμος, διοικητική μεταρρύθμιση). Στο θέμα αυτό ευθύνη έχει τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και ο ΣΥΝ διότι όταν τους δόθηκε η ευκαιρία να εφαρμόσουν την απλή αναλογική ως μόνιμο εκλογικό σύστημα, το απέφυγαν.
Το ΚΚΕ, ο ΣΥΝ και το ΠΑΣΟΚ απαξίωσαν τη λέξη ΑΡΙΣΤΕΡΑ, διότι η συμπεριφορά μεγάλου μέρους του στελεχιακού δυναμικού τους δεν συνάδει με το περιεχόμενο της λέξης.
Σήμερα η κρίση του συστήματος είναι τέτοια που είναι επιτακτική πλέον η ανάγκη του ιδεολογικού επαναπροσδιορισμού όλων των πολιτικών φορέων.
Σε ότι με αφορά, θα συμφωνήσω με την άποψη πως ο όρος Φιλελεύθερος Σοσιαλισμός είναι δύσπεπτος και δυσνόητος τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τα επικοινωνιακά του χαρακτηριστικά.
Θα αντιπροτείνω λοιπόν τον όρο Φιλελεύθερη Αριστερά όπου:
1. Φιλελεύθερος καλείται ο φίλος της Ελευθερίας σε όλα τα επίπεδα.
2. Αριστερός καλείται ο πολίτης που παλεύει για μια κοινωνία αλληλεγγύης, μια ανοικτή κοινωνία, μια Ισχυρή Δημοκρατική Κοινωνία των Πολιτών με επίκεντρο τον άνθρωπο.
του Daniel Innerarity(*)
(Μετάφραση: Left Liberal Synthesis)
Κατά το δέκατο όγδοο αιώνα, η αριστερά δεν ήταν μόνο υπέρ της πολιτικής ελευθερίας, αλλά και υπερ της οικονομικής ελευθερίας. Εκείνοι που απαίτησαν ένα αυστηρό κρατικό έλεγχο επί της οικονομικής ζωής ήταν οι οπαδοί της παλινόρθωσης. Στο δέκατο ένατο αιώνα, αυτή η αντιστοιχία ανεστράφη. Η αριστερά έγινε κολλεκτιβιστική και ανέλαβε την υπεράσπιση του κρατικού σχεδιασμού. Αντίθετα, η δεξιά, κατ’αρχάς αντιφιλελεύθερη, μετατραπη σε ένα υποστηρικτή της ελεύθερης επιχείρησης. Η ιδέα του laissez-faire δεν ήταν ποτέ το μονοπώλιο του αστικού φιλελευθερισμού, αλλά υπήρξε ήδη στις φιλοδοξίες των εργατικών κινημάτων.
Αυτή η ιδέα δεν είναι να καταργήσει το κράτος αλλά αντίθετα να το εδραιώσει, να το καταστήσει πιο αποτελεσματικό, λιγότερο γραφειοκρατικό και περισσότερο διαφανές. Αυτό δεν θα συμβεί χωρίς την απόσυρσή του από πολλές κοινωνικές σφαίρες στις οποίες είναι παρόν σήμερα. Ένας φιλελεύθερος σοσιαλισμός συνεπάγεται ενός τύπου απορρύθμιση η οποία δεν έχει τίποτα να κάνει με το νεοφιλελευθερισμό ο οποίος υποστηρίζεται από μεγάλες οικονομικές ομάδες, των οποίων η δύναμη ενισχύεται με τη συνενοχή του κράτους, το οποίο προωθεί τα συμφέροντά τους. Ο Νεοφιλελευθερισμός είναι τελικά μια ιδεολογία αντιφιλελεύθερη ένα όραμα του κόσμου, που συνάδει με την μοιρολατρία και την υπακοή.
Η συνήθης κριτική του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος έχει ως στόχο την αγορά σαν να είναι μοναδική υπεύθυνη για τη δυστυχία του κόσμου. Όμως, το πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι δεν υπάρχει πραγματική οικονομία της αγοράς. Πολλές μεγάλες οικονομικές ομάδες δεν θα είχαν φθάσει στο επίπεδο που έχουν σήμερα, εάν δεν είχαν την προστασία του κράτους. Η παγκοσμιοποίηση μπορεί να βοηθήσει να χάσουν τη δύναμή τους ισχυρές συγκεντρωτικές οικονομικές δυνάμεις μέσω των παγκόσμιων αγορών. Εάν αυτό δεν γίνεται, δεν οφείλεται στη σταθερή “λογική του κεφαλαίου», αλλά στον κρατικό παρεμβατισμό.
Εκείνοι που σκοπεύουν να κάνουν μια ιστορική σύνθεση των κοινωνικών και φιλελεύθερων ιδεών θα μπορούσαν να θέσουν ως στόχο την αντικατάσταση της ανακατανομής με μεγαλύτερη ισότητα ευκαιριών στην ελεύθερη αγορά. Αυτό θα αποτελέσει τη ριζική ανακαίνιση ενός σοσιαλισμού που δεν παραιτείται από εκείνο το οποίο μονοπωλούν οι συντηρητικοί, δηλαδή μια διάσταση της ελευθερίας που λειτουργεί χωρίς μέριμνα για την ισότητα, με την υπεροχή που τους δίνει η αποτυχία των αναδιανεμητικών κρατικών στρατηγικών.(*) Ο Daniel Innerarity είναι Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο της Σαραγόσα,και Επισκέπτης Καθηγητής στο πανεπιστήμιο Paris IΕίναιo συγγραφέας του βιβλίου «Η Δημοκρατία χωρίς το Κράτος. Δοκίμιο για την διακυβέρνηση στις πολύπλοκες κοινωνίες».Εκδόσεις Climat 2006 Τον Οκτώβριο του 2008 αναμένεται το νέο βιβλίου «Το μέλλον και οι εχθροί του» από τις εκδόσεις Climat.
Δημοσιεύτηκε στην “L’ HUMANITE” στις 30 Ιουνίου 2008]
Αναδημοσίευση στο [liberal-left.blogspot.com]
Αν και είναι αλήθεια ότι οι ανανεωτικές προτάσεις για τον εκσυγχρονισμό της ιδεολογικής και προγραμματικής φυσιογνωμίας του κόμματος δεν συμπίπτουν απολύτως, είναι εξίσου αλήθεια ότι όλες διέπονται από ορισμένα κοινά μεταρρυθμιστικά χαρακτηριστικά που επιτρέπουν την ασφαλή ταξινόμησή τους στο πάνθεον του σοσιαλφιλελευθερισμού.
1) Στο γεγονός της πλήρους αποδοχής της αγοράς, αλλά και των συνεπειών της, ως αναπόδραστου, φυσιολογικού ορίζοντα της πολιτικής δράσης. Η αγορά, για τους «ανανεωτές», δεν είναι μόνον ένα δεδομένο στο οποίο οι σοσιαλιστές οφείλουν, ως καλοί ρεαλιστές, να προσαρμοσθούν, αλλά μπορεί να αποτελέσει και μηχανισμό απονομής κοινωνικής δικαιοσύνης. Επ’ αυτού, ο σοσιαλ-φιλελεύθερος διεθνολόγος και πολιτολόγος Ζακί Λαϊντί, κατ’ επανάληψη επίσημος προσκεκλημένος σε σεμινάρια στελεχών του Σοσιαλιστικού Κόμματος, θα διακηρύξει πρόσφατα στο «Θερινό Πανεπιστήμιο» των Σοσιαλιστών (31 Αυγούστου-2 Σεπτεμβρίου 2007): «Η αγορά μπορεί να είναι χρήσιμος αρωγός για την ισοτιμία.» Οι «Γράκχοι», η ομάδα των οικονομολόγων που υπηρέτησε από θέσεις κυβερνητικής ευθύνης σε σοσιαλιστικές κυβερνήσεις, και που έκανε την εμφάνισή της στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου την περασμένη άνοιξη στο πλευρό του κεντρώου Φρ. Μπαϊρού (ομάδα την οποία ακόμα και η ίδια η Σ. Ρουαγιάλ την είχε χαρακτηρίσει «δεξιά»), δεν διστάζουν να επικροτήσουν με ενθουσιασμό το μπλερικό παράδειγμα: οι Νέοι Εργατικοί του Μπλερ πέτυχαν εκεί που απέτυχαν οι Γάλλοι σοσιαλιστές, γιατί έπαψαν να επιλέγουν «ανάμεσα στην οικονομική αποτελεσματικότητα και την κοινωνική δικαιοσύνη, ανάμεσα στους εργοδότες και στους υπαλλήλους». Από την πλευρά του, ένα από τα ανερχόμενα «ανανεωτικά», και ακομπλεξάριστα, σοσιαλιστικά στελέχη, ο φιλόδοξος, μπλερικός και σοσιαλ-φιλελεύθερος σαραντάρης Μανουέλ Βαλς (δήμαρχος και βουλευτής ταυτόχρονα) θα παρατηρήσει ότι αν και οι σοσιαλιστές ήδη από το 1983 προσυλητίστηκαν στην οικονομία της αγοράς, ωστόσο «ποτέ δεν αποδέχτηκαν πραγματικά τις συνέπειες» αυτού του προσηλυτισμού στο πεδίο «του δόγματος και των προτάσεων». Ανάλογο, αν και σχετικά πιο μετριοπαθές στην απόχρωσή του, είναι και το μήνυμα του Ζαν-Κριστόφ Καμπαντελίς (φιλικά προσκείμενου στον Ντομινίκ Στρος-Καν, πρώην υπουργού Οικονομίας στις κυβερνήσεις των σοσιαλιστών, και γενικού διευθυντή πλέον του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου): «Πρέπει η ουτοπία μας να γίνει συγκεκριμένη, εφαρμοζόμενη μέσα στη συγκεκριμένη πραγματικότητα, αυτήν της αγοράς και της παγκοσμιοποίησης». Στελέχη αυτής της νεο-σοσιαλδημοκρατικής τάσης θα σχηματοποιήσουν ως εξής τα νέα καθήκοντα μιας ανανεωμένης σοσιαλδημοκρατίας: «Συμβιβασμός με την οικονομία της αγοράς, ρήξη με τις μανιχαϊστικές προφάνειες του παρελθόντος: την εργασία κατά του κεφαλαίου, το κοινωνικό κατά της οικονομίας, την πρόοδο κατά του σκοταδισμού, την κοινωνία κατά του ατόμου, την κίνηση κατά της τάξης». Οσο για τον Μπερτράν Ντελανοέ, σημερινό δήμαρχο της γαλλικής πρωτεύουσας, τηλεοπτική βεντέτα και φερόμενο ως υποψήφιο των σοσιαλιστών για τις προεδρικές εκλογές του 2012, αυτός θα διακηρύξει ότι ο όρος εργασιακή «ευελιξία» δεν τον ενοχλεί. Μια τέτοια «ρεαλιστική» αποδοχή εδράζεται πάνω σε ισχυρά αναθεωρητικά θεμέλια. Για τον Ντελανοέ, οι σοσιαλιστές οφείλουν να βαδίσουν σε πρωτόγνωρους δρόμους: «Μετά τον Φρανσουά Φιρέ», θα υπογραμμίσει, «ας διακηρύξουμε ότι πράγματι η Γαλλική Επανάσταση τερματίστηκε. Παραμένει η ψυχή της δημοκρατικής μας πολιτείας (Republique), μας έφτιαξε αυτό που είμαστε, αλλά το να είναι κανείς σήμερα “επαναστάτης” σημαίνει να παίρνει την ευθύνη των τολμηρών μεταρρυθμίσεων». Ετσι, οι έννοιες, όπως «διαχείριση, ανταγωνισμός, αξιολόγηση», πρέπει να αποτελούν συστατικό στοιχείο του νέου ιδεολογικού δόγματος των σοσιαλιστών, έστω και αν κάποιοι από αυτούς δεν θέλουν να το αποδεχθούν.
2) Μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, είναι προφανής η αναοριοθέτηση της έννοιας του «συμβιβασμού» που οι ανανεωτές προωθούν. Αν η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία προωθούσε και αυτή τον ταξικό συμβιβασμό, αυτό το έκανε αναγνωρίζοντας τη βασική κοινωνική διαίρεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και στην εργασία, στη μία ή στην άλλη τους μορφή. Ο παραδοσιακός ταξικός σοσιαλδημοκρατικός συμβιβασμός ήταν το αποτέλεσμα της αναγνώρισης του κοινωνικού δυϊσμού. Ο σημερινός, με σοσιαλ-φιλελεύθερη δεσπόζουσα, συμβιβασμός αρνείται να αναγνωρίσει τις κοινωνικές διαιρέσεις ανάμεσα στους «πάνω» και στους «κάτω» ως βασικές ορίζουσες της πολιτικής σύγκρουσης. Ετσι, η κουλτούρα της πολιτικής σύγκρουσης που παλιότερα είχε ως απώτερο στόχο τον «κοινωνικό μετασχηματισμό», σήμερα υποθηκεύεται οριστικά στη βελούδινη συναίνεση των κοινωνικών εταίρων, με αποκλειστικό διακύβευμα την καλύτερη «διαχείριση». Ο Ζαν-Κριστόφ Καμπαντελίς θα είναι ιδιαίτερα σαφής, και συνεπής με αυτή τη θεώρηση, όταν θα υποστηρίξει ότι «στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και όταν ενσωματώνουμε την πραγματικότητα της αγοράς, το σύνθημά μας δεν μπορεί να είναι η ρήξη».
3) Στην πραγματικότητα, το πρόβλημα που εδώ έχει τεθεί με κάθε επισημότητα είναι αυτό της κοινωνικής και πολιτικής ταυτότητας της σοσιαλδημοκρατικής Αριστεράς. Τι είναι η κοινωνία σήμερα; Σε αυτό το κεντρικό πράγματι ερώτημα οι ανανεωτές απαντούν: Η κοινωνία μάλλον αποτελείται από «άτομα» παρά από «συλλογικότητες», κοινωνικές τάξεις κ.λπ. Επομένως, η γαλλική σοσιαλιστική Αριστερά οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη της αυτόν τον χωρίς υποκείμενο και άρα εν τοις πράγμασιν κοινωνικό μετασχηματισμό, διαφορετικά θα συνεχίσει να δίνει μάχες οπισθοφυλακής. Επ’ αυτού, ο Ζακί Λαϊντί, επισημαίνοντας προκλητικά ότι είναι η παγκοσμιοποίηση που ενσαρκώνει σήμερα τη ρήξη, τον πραγματικό «κοινωνικό μετασχηματισμό», θα διατυπώσει την πλέον προωθημένη θέση στον χώρο του γαλλικού σοσιαλισμού υποστηρίζοντας: «Στις σύγχρονες και υπερ-εξατομικευμένες κοινωνίες η σχέση με την πολιτική κατασκευάζεται μέσα από τις ατομικά βιωμένες εμπειρίες. Μόνο μέσα από ό,τι αυτά τα άτομα βιώνουν υποκειμενικά, αναπαριστούν τον κόσμο στον οποίο ζουν. Συνεπώς, τα άτομα δεν κατανοούν και δεν κρίνουν την πολιτική μέσα από τις θεωρητικές και αφηρημένες φιλοδοξίες των πολιτικών κομμάτων, αλλά από την ικανότητα των κομμάτων να εισχωρήσουν στα βιώματά τους για να καλυτερεύσουν το περιεχόμενό τους ή για να εμπλουτίσουν το νόημά τους. Αυτοί οι βιόκοσμοι είναι όλο και περισσότεροι, γιατί τα άτομα είναι προσαρτημένα σε έναν αυξανόμενο αριθμό δικτύων και καταστάσεων. Τα άτομα δεν ζουν πλέον μέσα σε έναν κοινό κόσμο, αλλά σε μια πολλαπλότητα “βιόκοσμων”, των οποίων οι επαληθεύσεις είναι λειτουργικές, ενδεχομενικές και ατομικές. Με τρόπο ώστε το ανήκειν σε έναν βιόκοσμο να μην μπορεί να δώσει το κλειδί για να καταλάβουμε την ένταξη σε άλλους βιόκοσμους». Η νέα μετανεωτερική αλήθεια, στην οποία πρέπει να προσηλυτιστούν οι σοσιαλιστές, έχει εκτοξευθεί: δεν υπάρχει πλέον «κοινός κόσμος», δεν υπάρχει «κοινή» κοινωνία, αλλά ένα πλήθος «βιόκοσμων».’Η, όπως θα παρατηρήσει χαρακτηριστικά ο Ντ. Στρος-Καν, αυτό που πραγματικά υπάρχει είναι η «κοινωνία των ατόμων», μέσα σε μια «Γαλλία διασπασμένη σε χίλια σύμπαντα». Τα άτομα αποφασίζουν κυρίαρχα, δεν υπόκεινται σε αδήριτες συλλογικές δεσμεύσεις, όπως αυτές που στη διάρκεια της βιομηχανικής εποχής τα «φυλάκιζαν» μέσα σε ταξικές ιδιαιτερότητες και σε κυρίαρχα πολιτικά υποκείμενα. Το νέο κοινωνικό όραμα για τους σοσιαλιστές πρέπει, συνεπώς, να είναι η «χειραφέτηση», όπως θα δηλώσει ο Ζ.-Κ. Καμπαντελίς, προφανώς στην ατομικιστική της εκδοχή, αφού, σύμφωνα με τον Ντ. Στρος-Καν αυτή τη φορά, η ανάγνωση που έκαναν οι σοσιαλιστές «για την πάλη των τάξεων έχει ολοκληρωτικά ξεπερασθεί» και πλέον η κοινωνία οδηγείται στην «εξατομίκευση των καταστάσεων».
4) Αν είναι πλέον σαφές ότι οι κοινωνικές διεκδικήσεις και οι συγκρούσεις διαλύονται μέσα σε αυτήν την «αντικειμενική» ατομικοκεντρική πρόσληψη της νέας πραγματικότητας, δικαίως οι Γάλλοι σοσιαλιστές αφιέρωσαν ένα ολόκληρο «εργαστήρι» προβληματισμού και μελέτης, στο «Θερινό τους Πανεπιστήμιο», αυτού του νέου και ελπιδοφόρου κοινωνικού φαινομένου, όπως είναι ο δημοκρατικός ατομικισμός. Στο πλαίσιο αυτό, η φιλόσοφος Σάντρα Λοζιέ θα υποβάλει ότι δεν πρέπει «να αφήσουμε το μονοπώλιο του ατόμου στη Δεξιά (ή την άκρα Αριστερά), αλλά να προβληματιστούμε για τη θετική μορφή του ατομικισμού», ενός ατομικισμού αρθρωμένου με «αριστερές αξίες». Η ατομικιστική προσδοκία, σύμφωνα με τη Γαλλίδα φιλόσοφο, ήταν ένα φαινόμενο που εμφανίστηκε στις προεδρικές εκλογές της περασμένης άνοιξης και κεφαλαιοποιήθηκε από την απενοχοποιημένη Δεξιά του Ν. Σαρκοζί. Μια ανανεωμένη όμως Αριστερά, η οποία προφανώς απορρίπτει τον αγοραίο «εγωιστικό ατομικισμό», οφείλει να βρίσκεται σε επαφή με τα κοινωνικά κινήματα, οι διεκδικήσεις των οποίων στηρίζονται πάνω σε ατομικιστικές-μεταϋλιστικές αξίες (γυναίκες-ομοφυλόφιλοι κ.λπ.). Ενας τέτοιος ατομικισμός μπορεί να αποτελέσει ουσιαστική «κριτική του κομφορμισμού», μια «διανοητική κριτική του αναυθεντικού και στερεοτυπικού λόγου». Αλλά, για ποιον ακριβώς λόγο πρόκειται; Μα, για «την υποκειμενική και ατομική φωνή, τη διχογνωμία που επιτρέπουν να καταπολεμηθεί ο κομφορμισμός που προκαλεί η δημοκρατία». Μέσα σε τέτοια συμφραζόμενα, όπου «η ατομική φωνή διεκδικεί την πολλαπλότητα», το «ιδεώδες της πολιτικής συζήτησης δεν είναι αυτό της ορθολογικής αντιπαράθεσης ή της απλής συναίνεσης, αλλά αυτό μιας πραγματικής κυκλοφορίας της ομιλίας, όπου κανένας δεν θα είναι χωρίς φωνή». Σε κάθε περίπτωση, αυτή η «φωνή», η οποία καλείται να πληρώσει το «δημοκρατικό έλλειμμα», δεν μπορεί παρά να εκφράζει μόνο «ατομικά» συμφέροντα ή συλλογικές αξίες ατομικοκεντρικά προσδιορισμένες. Τελικά, αυτοί που καλούνται να συζητήσουν και να εκφρασθούν είναι όλο και περισσότερο ατομικά συμφέροντα και αξίες και όλο και λιγότερο κοινωνικά άτομα, κοινωνικές τάξεις.
5) Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τους ανανεωτές, η σοσιαλδημοκρατική πολιτική οφείλει να αλλάξει, και μάλιστα ριζικά. Αν ο σοσιαλισμός είναι «ιδέα του 19ου αιώνα», όπως υποστηρίζει δηκτικά ο Μανουέλ Βαλς, υποβάλλοντας ακόμα και την ιδέα ότι το σοσιαλιστικό κόμμα πρέπει να αλλάξει όνομα (πρόταση που έσπευσε να απορρίψει ακόμα και ο παλαιόθεν εκσυγχρονιστής Μισέλ Ροκάρ), τότε δικαίως ο Ζ. Λαϊντί θα προτείνει ως επείγουσα αναγκαιότητα τον θεμελιακό επανορισμό της πολιτικής. Σε τι ακριβώς συνίσταται αυτός ο επανορισμός; Στο γεγονός, μεταξύ άλλων, ότι οι σοσιαλιστές, είτε βρίσκονται στην αντιπολίτευση είτε ασκούν κυβερνητικά καθήκοντα, είτε δηλαδή είναι εντός είτε εκτός κράτους, δεν μπορούν ούτε πρέπει να το θεωρούν ως βασικό άξονα της πολιτικής τους. Με άλλα λόγια, ο πολιτικός βολονταρισμός, είτε αυτός εκφράζεται από ένα κομματικό πρόταγμα είτε από μια κρατική παρεμβατική πολιτική, ανήκουν σε μια παρελθούσα εποχή. Γιατί, από τη μια πλευρά, «η ιδέα σύμφωνα με την οποία ένα πολιτικό κόμμα πρέπει να είναι φορέας ενός έτοιμου σχεδίου για να μετασχηματίσει την κοινωνία είναι καταδικασμένη. Διότι η πολιτική δεν μπορεί να έχει πλέον την αξίωση ότι εκπροσωπεί την κοινωνία. Η πολιτική δεν είναι πλέον το παν». Αλλά και γιατί, από την άλλη πλευρά, «το κράτος δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί καταστάσεις, αλλά μάλλον διαδρομές». Πρακτικά, οι δύο αυτές θέσεις σημαίνουν, αφενός, ότι το σοσιαλιστικό κόμμα δεν μπορεί να δίνει την ψευδή εικόνα στην κοινωνία ότι κατέχει όλα τα προγραμματικά μέσα προκειμένου να ανταποκριθεί στα κοινωνικά προβλήματα, και αφετέρου, ότι το κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί στο πλαίσιο της παλιάς καθολικής κοινωνικής του αποστολής, την οποία η ομάδα των «Γράκχων» τη θεωρεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, «τρομακτική». Το νέο κοινωνικό κράτος, για το οποίο τόσο γίνεται λόγος, παίρνοντας όλες τις αναγκαίες αποστάσεις του από την παρελθούσα καθολικότητα της κοινωνικής προστασίας που αυτό ενσάρκωνε, οφείλει να αναζητεί στο εξής τη νέα του νομιμοποίηση στις εξατομικευμένες «δράσεις» του απέναντι σε αυτούς που «πραγματικά» το έχουν ανάγκη. Αυτή η έκδηλα αντι-κομματική και αντικρατική κατεύθυνση που λαμβάνει η νεο-σοσιαλδημοκρατική πολιτική συμπληρώνεται με την προσφυγή σε μια «ηθική της μέριμνας» έναντι του «άλλου», δηλαδή της πρωτόβουλης ατομικής και κοινωνικής ευθύνης ενώπιον των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν όσοι βρίσκονται στην κοινωνική μεθόριο. Στο εξής, το κράτος δεν μπορεί να λειτουργεί εκ των υστέρων επανορθωτικά, όπως συνέβαινε ώς σήμερα, όταν η αριστερά επανερχόμενη στην εξουσία επιχειρούσε να αναδιανείμει ένα (μικρό) μέρος του παραχθέντος πλούτου. Τέλος λοιπόν σε αυτό το κορυφαίο παλαι-σοσιαλδημοκρατικό ταμπού, όλο το βάρος θα πρέπει να δίνεται, όχι από το κράτος, αλλά από τη σοσιαλδημοκρατική «διακυβέρνηση», στην «προληπτική» δημόσια δράση, ιδιαίτερα στις μεταρρυθμίσεις στον χώρο της εκπαίδευσης, της έρευνας, της υγείας και της αποκέντρωσης. Ο καθηγητής Ζεράρ Γκρανμπέρ, ανώτατο στέλεχος του Σ.Κ., θα είναι εξαιρετικά αποκαλυπτικός για τη στάση των σοσιαλιστών έναντι του κράτους γενικά: πρέπει να «εξέλθουμε από μια μανιχαϊκή αντίληψη, όπου το κράτος ενσαρκώνει τον αξεπέραστο ορίζοντα του γενικού συμφέροντος, έναντι μιας ουσιωδώς καταστρεπτικής αγοράς». ‘Η, όπως το συνοψίζει ο κοινωνιολόγος Φρανσουά Εβάλντ σε μια πρόσφατη (Σεπτέμβριος 2007) συλλογική μελέτη για το νέο επιτελικό και «ενεργητικό» κοινωνικό κράτος ως διαχειριστής των κοινωνικών ρίσκων, με πρώτο το ρίσκο της ανεργίας: «Το κράτος δεν πρέπει πλέον να θεωρείται έκφραση της κοινωνίας, αλλά μάλλον αρχιτέκτονάς της». Η απενοχοποίηση/νομιμοποίηση της αγοράς, μιας αγοράς στην απογυμνωμένη της μορφή, φαίνεται να περνά μέσα από την απο-κοινωνικοποίηση του κράτους ως πάλαι ποτέ εκφραστή του γενικού συμφέροντος. Το τελευταίο ενσαρκώνεται, προφανώς, στις στοχευμένες ενεργητικές κυβερνητικές «δράσεις», στην ατομικιστική «ηθική της μέριμνας» (κατ’ άλλους της «ευθύνης»), και στην κοινωνία της πληροφορίας και της γνώσης. Εξού και το γλαφυρά διατυπωμένο δίλημμα που θέτει και απαντά ο Ζ. Λαϊντί: πρέπει να προτιμήσουμε τον Γκίντενς (προφανώς το οικείο απόσπασμα του «Τρίτου Δρόμου» για το λεγόμενο «θετικό κοινωνικό κράτος»), τον θεωρητικό του μπλερισμού, από τον Μπουρντιέ, τον κοινωνιολόγο που μελέτησε όσο ελάχιστοι τους μηχανισμούς παραγωγής της κοινωνικής διάκρισης και της κοινωνικής εξαθλίωσης.
6) Η τελευταία, αν και όχι από την άποψη της σημασίας της, καινοτομία των ανανεωτών, προερχόμενη κυρίως από τη γενιά των «σαραντάρηδων» (που βρίσκονται κοντά στη Σ. Ρουαγιάλ) και που εκφράζεται από τον Μανουέλ Βαλς: μια ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία οφείλει να οδηγήσει την ιδεολογικο-πολιτική της αναγέννηση μέχρι το τέλος, επαναφέροντας στους κόλπους της τις «κλεμμένες» από τη σαρκοζική Δεξιά ιδέες της Δημοκρατικής Πολιτείας (Republique), του Εθνους, της Εργασίας, της Τάξης και του Νόμου, της Αυθεντίας/Εξουσίας (Autorite). Η αποκατάσταση της ιεραρχικής εξουσίας, η οποία έχει κλονισθεί από την άνοδο της (νεανικής) παραβατικότητας, την γκετοποίηση των μεταναστών και την κρίση του σχολείου, μια επικαιροποιημένη επιστροφή δηλαδή σε μια δημοκρατική ιεραρχική τάξη, θα πρέπει να συνδυάζει, από κοινού με την αναγκαία κατασταλτική της όψη, και την προληπτική της διάσταση, όπως είχαν επιχειρήσει κατά το παρελθόν οι κυβερνήσεις των σοσιαλιστών: τοπικά σύμφωνα ασφάλειας, συνοικιακή αστυνομία, αύξηση του προϋπολογισμού για την ασφάλεια κ.λπ. Για τον Μ. Βαλς, οι σοσιαλιστές δεν θα μπορέσουν, ποτέ, να ξανακερδίσουν «την εμπιστοσύνη των λαϊκών στρωμάτων δίνοντας συγχωροχάρτι στην παραβατικότητα, και επικαλούμενοι κοινωνικούς παράγοντες», αιτιολογώντας τη δηλαδή εμμέσως ως απόρροια της κοινωνικής εξαθλίωσης. Η αποκατάσταση του κύρους της δημόσιας τάξης και αυθεντίας/εξουσίας είναι αναγκαία ώστε να ξαναϋφανθεί ο κοινωνικός δεσμός. Μια τέτοια λειτουργία της δημόσιας τάξης, σύμφωνα με τον Βαλς, «είναι αριστερή αξία γιατί συνιστά μία από τις πρωταρχικές εγγυήσεις τού “να θέλουμε να ζούμε μαζί”».
7) Βέβαια, μια τέτοια προοπτική δεν συναντά σε όλα τα σημεία της την ομοφωνία όλων των συνιστωσών του ανανεωτικού ρεύματος. Πάρα πολλοί, ίσως οι περισσότεροι, είναι εκείνοι οι οποίοι ρητά πριμοδοτούν την έξοδο από το εθνικό πλαίσιο άσκησης της πολιτικής, επιλέγοντας μια λυτρωτική αποδέσμευση από το «μεγαλείο και την παραδειγματικότητα του έθνους». Κατ’ αυτούς, η απεξάρτηση της πολιτικής από τέτοιες νοερές συλλογικότητες ισοδυναμεί με την κατανόησή της, όπως ήδη είδαμε, ως «μέσου ή εργαλείου της ατομικής πραγμάτωσης». Ετσι, μια ολιγομελής, αλλά αντιπροσωπευτική, των περισσότερων εκσυγχρονιστικών ρευμάτων ομάδα ανώτερων και ανώτατων κομματικών στελεχών (αποτελούμενη από βουλευτές, ευρωβουλευτές και αυτοδιοικητικά στελέχη) θα συνυπογράψει ένα κείμενο ιδεολογικο-πολιτικού προβληματισμού (Ιούλιος 2007), το οποίο, υπό τον τίτλο «Να οικοδομήσουμε μια νέα προοπτική στα αριστερά», θα ζητήσει, μεταξύ άλλων, την «επανεπικαιροποίηση και τον εκσυγχρονισμό» του γαλλικού μοντέλου ενσωμάτωσης των ξένων μέσα από την υιοθέτηση μιας πολιτικής που θα οδηγεί στην «αναγνώριση των ταυτοτήτων». Θέτοντας, με τον τρόπο αυτό, σε ευθεία αμφισβήτηση το χειραφετητικό καθεστώς της ουδετεροθρησκείας. Αλλά μια τέτοια σοβαρή αμφισβήτηση δεν πρέπει να κρύψει μία άλλη. Αυτήν της προνομιακής συνάρθρωσης της πολιτικής τής «αναγνώρισης» με τις αντιλήψεις για το «νέο κοινωνικό κράτος». Ετσι, η φιλικά προσκείμενη στον δήμαρχο της γαλλικής πρωτεύουσας Αν Ινταλγκό, στην παρέμβασή της στο «Θερινό Πανεπιστήμιο» των σοσιαλιστών, θα υποστηρίξει αποκαλυπτικά: «Το ζήτημα της θέσης του ατόμου εμφανίστηκε ως μείζον πολιτικό διακύβευμα. Σαφώς το ενσωματώνουμε εν μέρει στον τρόπο που δουλεύουμε, αλλά πρέπει να πάμε πιο πέρα. Και να διαφοροποιήσουμε τον εγωιστικό και αρνητικό ατομικισμό από τον δημοκρατικό ατομικισμό. Είναι ανάγκη να αναρωτηθούμε για τη θέση του καθενός. (…) Η μάχη που δίνουμε για την πολιτισμική ποικιλία αποτελεί μέρος αυτού του αγώνα. Στα εδάφη μας οδηγηθήκαμε να προτείνουμε δέσμες παρεμβάσεων. Είτε πρόκειται για τη διαφοροποιημένη κοινωνική βοήθεια προς κάθε κατάσταση είτε, παραδείγματος χάριν, προς κάθε παιδί, ως προς τις σχολικές του ανάγκες, πρέπει να προσφέρουμε διαφορετικά και στοχευμένα μέσα. Αυτό κάνουμε». Η ευθεία, κανονιστικού τύπου, συσχέτιση της «πολιτισμικής ποικιλίας» με τη «διαφοροποιημένη» κοινωνική αρρωγή επικυρώνει, ακόμα μία φορά, τη μετανεωτερική ανάδυση του ισχνού νέου κοινωνικού κράτους των ταυτοτήτων.
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ - 19/10/2007
Copyright © 2008 Χ. Κ. Τεγόπουλος Εκδόσεις Α.Ε.
“Πολλοί πιστεύουν ότι ο αγώνας για τις ελευθερίες μας έχει ολοκληρωθεί. Πρόκειται για δραματική ψευδαίσθηση. Ποτέ ο κόσμος μας δεν ήταν τόσο αδιαφανής και πολύπλοκος. Οι ελευθερίες μας απειλούνται. Η υπεράσπιση των φιλελεύθερων ιδεών αποτελεί προτεραιότητα για όσα πολιτικά κινήματα προωθούν τις ιδέες της αυτονομίας και της χειραφέτησης των ανθρώπων.
Ο φιλελευθερισμός δεν εξαντλείται στον οικονομικό φιλελευθερισμό. Η φιλελεύθερη σκέψη αποτελεί και σήμερα πηγή πολιτικής παρέμβασης. Οι φιλελεύθερες ιδέες είναι δυνατόν να ερμηνευθούν μέσα από ένα κοινωνικό πρίσμα. Ένα κομμάτι της ιστορίας του σοσιαλισμού σημαδεύεται από τη σταθερή παρουσία ενός φιλελεύθερου προσανατολισμού. Ο φιλελευθερισμός και ο σοσιαλισμός είναι δυνατόν να συμφιλιωθούν.
Αν ο σοσιαλισμός δεν μπορεί να στρατευτεί στην υπόθεση της ελευθερίας, τότε πρέπει να συμπεράνουμε ότι ο απελευθερωτικός του ρόλος έχει λήξει οριστικά. Ο φιλελεύθερος προσανατολισμός του σοσιαλισμού δεν αποτελεί θλιβερή αναγκαιότητα, ούτε θυσία της σοσιαλιστικής καθαρότητας στο βωμό των οικονομικών αναγκαιοτήτων. Πρέπει, αντιθέτως, να διεκδικήσουμε και να υιοθετήσουμε αυτό τον προσανατολισμό, γιατί ανταποκρίνεται σε μια ερμηνεία του σοσιαλισμού που τον συνοδεύει από τότε που εμφανίστηκε. Ενσαρκώνει σήμερα το μέλλον του σοσιαλισμού”.
Από τo οπισθόφυλλο του βιβλίου της Marie Canto-Sperber “Φιλελευθερισμός και Σοσιαλισμός: Οι Κανόνες της Ελευθερίας”, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ.
Του Γιώργου Κ. Γκοτσίνα gotsinas@pegasus.gr
Μπορεί να είναι κανείς σοσιαλιστής και φιλελεύθερος ταυτόχρονα; Στο ερώτημα αυτό επικεντρώνεται η αντιπαράθεση της πρώην υποψήφιας για τη γαλλική προεδρία της Δημοκρατίας Σεγκολέν Ρουαγιάλ και του δημοφιλούς δημάρχου του Παρισιού, Μπερτράν Ντελανοέ, με φόντο την ηγεσία του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.
Η Ρουαγιάλ μπορεί να είναι η μόνη που έχει επισημοποιήσει την υποψηφιότητά της για τη θέση του πρώτου γραμματέα των Σοσιαλιστών, ωστόσο, κάθε άλλο παρά η μοναδική διεκδικητής είναι. Η μάχη, όμως, έχει έστω και ανεπίσημα ξεκινήσει ήδη…
Αιχμή Η αναφορά του Ντελανοέ στην ανάγκη προσαρμογής στον πολιτικό φιλελευθερισμό στο βιβλίο του «Η Τόλμη», αποτέλεσε την αιχμή της Ρουαγιάλ για επίθεση στον «ανεπίσημο» αντίπαλό της.
«Ο Φιλελευθερισμός είναι όρος των πολιτικών αντιπάλων μας, δεν θα μπορούσα ποτέ να ισχυριστώ ότι είμαι φιλελεύθερη», δήλωσε η Ρουαγιάλ, ξεκινώντας μια ιδιότυπη αντιπαράθεση μέσα από τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά στούντιο.
Ο Ντελανοέ ουδέποτε αρνήθηκε όμως τις φιλελεύθερες τάσεις του στο πλαίσιο της σοσιαλιστικής ιδεολογίας.
Δύσκολα, μπορεί κανείς να ξεχάσει ότι για χάρη της προεδρικής της εκστρατείας, η Ρουαγιάλ είχε ενστερνιστεί τον φιλελευθερισμό του «μπλερικού» μοντέλου.
Σήμερα, όμως, δηλώνει πως «σοσιαλισμός και φιλελευθερισμός είναι ασύμβατες έννοιες».
Ο «καβγάς» κινδυνεύει να διαταράξει την «τεχνητή» ηρεμία και σύμπνοια που οι Σοσιαλιστές κατάφεραν να δημιουργήσουν με την πρόσφατη νέα διακήρυξη των πολιτικών αρχών τους.
«Στόχος του προσεχούς συνεδρίου δεν είναι ο καβγάς για την πολιτική ετικέτα» δήλωσε στη γαλλική Liberation ο Ζαν-Κριστόφ Καμπαντελίς, στέλεχος των Σοσιαλιστών που πρόσκειται στο στρατόπεδο του Ντομινίκ Στρος-Καν.
Το προφίλ Η επικοινωνιακή στροφή της Ρουαγιάλ, σύμφωνα με τους αναλυτές, οφείλεται στο διαφορετικό προφίλ που πρέπει να παρουσιάσει στη μάχη της διεκδίκησης της αρχηγίας του κόμματος.
Ως «πολιτικός χαμαιλέων» θα πρέπει να προσαρμόσει το λόγο της, σύμφωνα με εκείνα που περιμένουν να ακούσει η «αριστερά των Σοσιαλιστών», που πιστεύεται ότι θα κρίνει εν τέλει τον διάδοχο του Φρανσουά Ολάντ στην ηγεσία.
Προς το παρόν οι δύο διεκδικητές επικεντρώνουν τις επιθέσεις τους ο ένας στον άλλον, επιχειρώντας να φθείρουν αλλήλους στο δρόμο για το καθοριστικό συνέδριο της Ρεμς στις 7-9 Νοέμβριο.
Υπάρχουν και αρκετοί «μη δηλωμένοι» διεκδικητές που καραδοκούν και περιμένουν υπομονετικά.
Οι φιλοδοξίες των εκφραστών των διαφορετικών ρευμάτων στο εσωτερικό των Σοσιαλιστών δεν προκαλούν έκπληξη. Έκπληξη, ωστόσο, προκαλούν τα «απολωλότα πρόβατα» των Σοσιαλιστών που αποδέχτηκαν την πρόσκληση του προέδρου Νικολά Σαρκοζί να συμμετάσχουν στους κρατικούς θεσμούς.
Ο μεν Τζακ Λανγκ δήλωσε πως «γελιέται όποιος πιστεύει ότι η μάχη θα περιοριστεί μεταξύ Ρουαγιάλ και Ντελανοέ», αφήνοντας υπονοούμενα ακόμη και για δική του υποψηφιότητα.
Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας, Μπερνάρ Κουσνέρ, μεταξύ σοβαρού κι αστείου δήλωσε από τις Βρυξέλλες σε ανύποπτο χρόνο ότι παραμένει σοσιαλιστής, τροφοδοτώντας νέα -ίσως ακραία- σενάρια επανενεργοποίησής του στο πεδίο της Αριστεράς.
ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ THOMAS FΕRΕΝCΖΙ
Αποδεχόμενος ανοιχτά την κληρονομιά του φιλελευθερισμού, ο Μπερτράν Ντελανοέ, πιθανός υποψήφιος για τη θέση του πρώτου γραμματέα του Σοσιαλιστικού Κόμματος, επιβεβαιώνει τις μεταλλάξεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Βέβαια, ο δήμαρχος του Παρισιού φροντίζει στο βιβλίο του «De l audace» (Θάρρος) να ξεκαθαρίσει πως δεν είναι «σοσιαλφιλελεύθερος» -μία ετικέτα που αποποιούνται πολλοί Γάλλοι σοσιαλιστές- και ότι δεν ενστερνίζεται ούτε την «απεμπλοκή του κράτους» ούτε το «οικονομικό και εμπορικό laisser-faire».
Η σοσιαλδημοκρατία έπαιξε ρόλο-κλειδί στην Ευρώπη τον περασμένο αιώνα, σε ό,τι αφορά την εγκαθίδρυση του κράτους-πρόνοια. Μολονότι η διαδρομή της διαφέρει από χώρα σε χώρα, συνέβαλε παντού στη θεμελίωση ενός κοινωνικού συμβιβασμού μεταξύ της εργοδοσίας και της εργατικής τάξης. Στη Γαλλία, όπου ο όρος σοσιαλδημοκρατία προξενούσε ανέκαθεν καχυποψία στην Αριστερά, οι σοσιαλιστές εμπιστεύτηκαν στο κράτος τη φροντίδα υλοποίησης των αξιών της αλληλεγγύης, πάντα στο πλαίσιο της οικονομίας της αγοράς. Ομως, ο μετασχηματισμός της κοινωνίας αποδυνάμωσε την αποτελεσματικότητα αυτού του μοντέλου και έφερε, σε όλη την Ευρώπη, την αναγέννηση ενός φιλελευθερισμού, που κρίθηκε ότι ανταποκρίνεται καλύτερα στις προκλήσεις του 21ου αιώνα.
Από αυτή την άποψη η γαλλική Αριστερά βρίσκεται μάλλον πίσω σε σχέση με τους Ευρωπαίους γείτονές της. Στη Βρετανία, ο «μπλερισμός» ανάπτυξε την ιδέα του Αντονι Γκίντενς, θεωρητικού του «τρίτου δρόμου».
Στην Ιταλία, η δημιουργία του Δημοκρατικού Κόμματος από τον Βάλτερ Βελτρόνι ισοδυναμεί με φιλελεύθερο αναθεωρητισμό. Στην Ισπανία, η πρώτη τετραετία του Χοσέ Θαπατέρο μεταφράστηκε στον οικονομικό τομέα σε έναν πραγματισμό που άφησε ευρύ πεδίο στην αγορά, με ταυτόχρονη φιλελευθεροποίηση των ηθών.
Μόνο στη Γερμανία μπήκε κάποιο φρένο, για λόγους τακτικής που συνδέονται με την άνοδο της ριζοσπαστικής Αριστεράς στη φιλελεύθερη μετάβαση που είχε ξεκινήσει ο πρώην καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ.
Μπορεί το δίλημμα μεταξύ των δύο βασικών πολιτικών θεωριών να έχει επιλυθεί στην Ευρώπη, με τη δύση του «Τρίτου Δρόμου» στη Βρετανία και του «Νέου Κέντρου» στη Γερμανία, στη Γαλλία ωστόσο διατηρεί μια αξιοπρόσεκτη επικαιρότητα.
Στον δύσκολο δρόμο προς το συνέδριο του Σοσιαλιστικού Κόμματος, το ερχόμενο φθινόπωρο, η αντιπαράθεση μεταξύ των επιγόνων του σοσιαλισμού και των υποστηρικτών του φιλελευθερισμού αποτελεί, προς έκπληξη της υπόλοιπης Ευρώπης, το βασικό θέμα της σύγκρουσης μεταξύ των δύο μονομάχων.
Από τη μία, ο δήμαρχος του Παρισιού και δημοφιλής σοσιαλιστής Μπερτράν Ντελανοέ εμφανίζεται, εν έτει 2008, ως ο σύγχρονος «πάπας του φιλελευθερισμού» με λίγη σοσιαλιστική πρόσμειξη. Από την άλλη, η μέχρι πρόσφατα υπέρμαχος του Τόνι Μπλερ και υποψήφια των Σοσιαλιστών για την προεδρία το 2007 Σεγκολέν Ρουαγιάλ σπεύδει να υπερασπιστεί τα ιερά και τα όσια του καθαρού σοσιαλισμού απέναντι στην επέλαση της δεξιού Φιλελευθερισμού που επικαλείται ο κομματικός της αντίπαλος.
Ανάμεσα στα εκατέρωθεν πυρά οι ψηφοφόροι του Σοσιαλιστικού Κόμματος παρακολουθούν αμήχανοι τη σύγκρουση για την ηγεσία μετά τον Φρανσουά Ολάν να εκτυλίσσεται σε σύγκρουση για τις πολιτικές ετικέτες.
«Τσε-Γκολέν αποκαλούν ευρέως πλέον οι υποστηρικτές του δημάρχου Ντελανοέ και παραθέτουν τις πιο δημοφιλείς ρήσεις των κεντρώων του σοσιαλιστικού παρελθόντος, από τον Ζαν Ζορές έως τον Ζακ Ντελόρ και τον Μισέλ Ροκάρ.
Η Σεγκολέν Ρουαγιάλ με τη σειρά της κατηγορεί τον δήμαρχο Ντελανοέ ότι αναζητεί στη Δεξιά την ιδεολογία καθώς και το λεξιλόγιό του και χρησιμοποιεί την ίδια βιβλιογραφία για να αποδείξει ότι ο Σοσιαλισμός και ο Φιλελευθερισμός δεν μπορούν να συνυπάρξουν. Ομως στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται, έτσι και στην ενδοσοσιαλιστική κρίση νικητής εξέρχεται ο γνωστός και ως «ζεν πρεμιέ» της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, Ολιβιέ Μπεσανσενό. Παιδί της τροτσκιστικής εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς ο 34χρονος Μπεσανσενό έχει ως στόχο να μετατρέψει την Επαναστατική Κομμουνιστική Λίγκα, της οποίας ηγείται, σε ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα της Αριστεράς, με την επωνυμία Νέο Αντικαπιταλιστικό Κόμμα.
Προσδοκία του ίδιου και των συντρόφων του είναι να επαναλάβουν το επιτυχημένο παράδειγμα του κόμματος της Αριστεράς στη Γερμανία, με μεγαλύτερη δόση επαναστατικότητας. Και απ όσο φαίνεται οι έρευνες της κοινής γνώμης τους ευνοούν, καθώς εμφανίζουν τον νεαρό τροτσκιστή ως το νέο ανερχόμενο αστέρι στην πολιτική σκηνή.
Επαναστατική φρασεολογία και φωτογένεια είναι το μαγικό μείγμα που χρησιμοποιεί ο Ολιβιέ Μπεσανσενό για να ανακηρυχθεί ο πλέον δημοφιλής πολιτικός στη γενιά των 700 ευρώ, στους εργαζομένους των λαϊκών προαστίων και στους ανέργους, την ίδια ώρα που οι Σοσιαλιστές ερίζουν για τη σχέση κεφαλαίου και εργασίας, Δημοσίου και ιδιωτικού.
Ι. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ
ioannapapas@pegasus.gr
Η αγανάκτηση της αποχής από την εξουσία τόσα χρόνια και η τακτική των στελεχών να φέρνουν τις καταστάσεις στα άκρα, έχει δημιουργήσει μια άκρως εκρηκτική ατμόσφαιρα στο γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα
“Η” 31/5
Του Γιώργου Κ. Γκοτσίνα
Η ήττα των Σοσιαλιστών στις προεδρικές εκλογές, η διαρκής αντιπαράθεση των κομματικών στελεχών με τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ, η αγανάκτηση της αποχής από την εξουσία τόσα χρόνια και η τακτική των στελεχών να φέρνουν τις καταστάσεις στα άκρα, έχει δημιουργήσει μια άκρως εκρηκτική ατμόσφαιρα στο γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Καλυμμένοι από μια δήθεν πάλη για την επικράτηση μιας εκσυγχρονισμένης ιδεολογικής πλατφόρμας, που αποσαφηνίζοντας τις μπερδεμένες πλέον αρχές του κόμματος θα αποτελέσει το δέλεαρ για την επιστροφή των ψηφοφόρων στην παράταξη, οι «δελφίνοι» των Σοσιαλιστών δίνουν πραγματική μάχη για να πλασαριστούν στα κορυφαία αξιώματα.
Όλοι δήλωναν σοκαρισμένοι προ ημερών όταν ο Σοσιαλιστής βουλευτής, Ζαν-Κριστόφ Καμπαντελίς, χαρακτήρισε το κόμμα επί λέξει ως «κωλοχανείο» και η Σεγκολέν Ρουαγιάλ έσπευσε να ζητήσει την παραδειγματική τιμωρία όσων συμπεριφέρονται «άσχημα» και «δυσφημίζουν» την παράταξή τους. Και η ίδια όμως δεν είναι άμοιρη ευθυνών, καθώς συμβάλλει με τη στάση της σε μια εικόνα πλήρους αποδιοργάνωσης, αναρχίας και αδυναμίας των Σοσιαλιστών να συνεννοηθούν για τα στοιχειώδη.
Το νεότερο επεισόδιο στο σίριαλ εξουσίας αφορά στη μάχη της Ρουαγιάλ με τον δημοφιλή δήμαρχο του Παρισιού, Μπερτράν Ντελανοέ. Η μεν πρώτη έχει επισήμως δηλώσει την υποψηφιότητά της για τη θέση του πρώτου γραμματέα του Κόμματος που θα κριθεί στο συνέδριο του ερχόμενου Νοεμβρίου. Ο δε Ντελανοέ δεν δηλώνει υποψήφιος, ωστόσο με σιβυλλικά λογοπαίγνια καλλιεργεί ένα σασπένς: «Εάν πω ότι δεν θέλω καμιά άλλη ευθύνη πέρα από τη δημαρχία του Παρισιού, τότε θα σας λέω ψέματα», δήλωσε το περασμένο Σάββατο.
Και το παιχνίδι της τακτικής συνεχίζεται, με τους δύο επικρατέστερους -προς στιγμήν- διεκδικητές να κονταροχτυπιούνται από τα τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά στούντιο.
Η αιχμή της Ρουαγιάλ
Μπορεί να είναι κανείς σοσιαλιστής και φιλελεύθερος ταυτόχρονα; Η αναφορά του Ντελανοέ στην ανάγκη προσαρμογής στον πολιτικό φιλελευθερισμό στο βιβλίο του «Η τόλμη», αποτέλεσε την αιχμή της Ρουαγιάλ για επίθεση εναντίον του. «Ο Φιλελευθερισμός είναι όρος των πολιτικών αντιπάλων μας, δεν θα μπορούσα ποτέ να ισχυριστώ ότι είμαι φιλελεύθερη», δήλωσε η πρώην προεδρική υποψήφια των Σοσιαλιστών. Δύσκολα, όμως, κανείς ξεχνά ότι για χάρη της προεδρικής της εκστρατείας πέρσι, η Ρουαγιάλ είχε ενστερνιστεί τον φιλελευθερισμό του «μπλερικού» μοντέλου.
Ο στόχος της στροφής της είναι σαφής. Πρέπει να παρουσιάσει ένα διαφορετικό προφίλ, προσαρμόζοντας τον λόγο της ώστε να είναι ελκυστικός στην «αριστερά των Σοσιαλιστών», που πιστεύεται ότι θα κρίνει εν τέλει τον διάδοχο του Φρανσουά Ολάντ στην ηγεσία.
Πάντως, σύμφωνα με δημοσκόπηση μεταξύ ψηφοφόρων των Σοσιαλιστών, ο Ντελανοέ προηγείται με 49% έναντι 18% της Ρουαγιάλ στην κούρσα της ηγεσίας.
Οι διεκδικητές μπορεί να μην έχουν εκφραστεί επισήμως, αλλά αναμένεται να είναι πολλοί. Ανάμεσά τους ο ηγέτης της παλιάς φρουράς, Λοράν Φαμπιούς, ο «σοσιαλδημοκράτης» Ντομινίκ Στρος Καν και ο «νέος Σοσιαλιστής» Ανρί Ενανουελί. Στην «αντι-σεγκολενική» πλευρά βρίσκονται πολλά ηχηρά ονόματα των Σοσιαλιστών που αντίθετα στηρίζουν τον Ντελανοέ, με πρώτον τον πρώην πρωθυπουργό της χώρας Λιονέλ Ζοσπέν. Η κόντρα του με τη Ρουαγιάλ είναι πολύ παλιά. Κρατά από το 1995, όταν εκείνη ήταν από τους πρώτους που δήλωσαν ότι δεν στηρίζουν την υποψηφιότητα Ζοσπέν για την προεδρία της Δημοκρατίας, ενώ ο ίδιος δήλωνε την περίοδο της πρωθυπουργίας του -όταν η Ρουαγιάλ κατείχε υπουργική θέση- εξοργισμένος με τον τρόπο που πρόβαλε την εγκυμοσύνη της μέσω του Paris Match. Όταν δε έτεινε το χέρι προς τον κεντρώο Φρανσουά Μπαϊρού για συνεργασία πριν από έναν χρόνο, ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τον Ζοσπέν, που πλέον είναι «ορκισμένος» εχθρός της.
Τα αουτσάϊντερ
Όμως στην κούρσα υπάρχουν και αουτσάιντερ. Τα «απολωλότα πρόβατα» των Σοσιαλιστών που αποδέχτηκαν την πρόσκληση του προέδρου Νικολά Σαρκοζί να συμμετάσχουν στους κρατικούς θεσμούς. Ο μεν Τζακ Λανγκ δήλωσε πως «γελιέται όποιος πιστεύει ότι η μάχη θα περιοριστεί μεταξύ Ρουαγιάλ και Ντελανοέ», αφήνοντας υπονοούμενα ακόμη και για δική του υποψηφιότητα. Από την πλευρά του, ο υπουργός Εξωτερικών της χώρας, Μπερνάρ Κουσνέρ, μεταξύ σοβαρού και αστείου δήλωσε από τις Βρυξέλλες σε ανύποπτο χρόνο ότι παραμένει σοσιαλιστής, τροφοδοτώντας νέα -ίσως ακραία- σενάρια επανενεργοποίησής του στο πεδίο της Αριστεράς.
Όμως, κατά βάθος το πρόβλημα των Σοσιαλιστών παραμένει το ίδιο. Δεν έχει να κάνει με το ποιος θα ηγηθεί της παράταξης ή την επιλογή μιας ιδεολογικής πλατφόρμας που θα ικανοποιεί όλες τις τάσεις. Οι πληγές από την εσωτερική πάλη εξουσίας και η απειθαρχία εγείρει ένα πολύ σοβαρό ερώτημα: «Μπορούν όλες οι τάσεις να συνυπάρξουν κάτω από την ίδια στέγη;» Εάν οι Σοσιαλιστές επιθυμούν να κάνουν ένα βήμα μπροστά, θα πρέπει για ένα διάστημα να διαγράψουν το «εγώ» από το λεξιλόγιό τους και να ξεκινούν κάθε φράση τους με το «εμείς», κάτι που έχει πολλά χρόνια να ακουστεί με ειλικρίνεια από τα χείλη των ηγετών τους.
KYRIAKATIKH - 11/5/2008
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στην ΗΡΑ ΦΕΛΟΥΚΑΤΖΗ
«Στην εποχή του Ντε Γκολ ο σημερινός πρόεδρος δεν θα μπορούσε να είναι υποψήφιος ούτε να εκλεγεί από την τότε συντηρητική γαλλική κοινωνία»
Ο Μάης του ‘68 σημάδεψε τη συλλογική συνείδηση στην Ευρώπη με τις ιδέες του εκδημοκρατισμού της κοινωνίας, του αντικομφορμισμού, της ελευθερίας έκφρασης και των κοινωνικών κατακτήσεων. Απόγονος του Μάη ‘68 ο δόκτωρ Φιλοσοφίας και Πολιτικών Επιστημών Ανρί Βεμπέρ, ξεκίνησε την πολιτική του δράση ως μέλος της Ενωσης Κομμουνιστών Φοιτητών - UEC. Συνιδρυτής με τον Αλέν Κριβίν της LCR, απομακρύνθηκε από την ακροαριστερά στη δεκαετία του 80. Ηγετική προσωπικότητα σήμερα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, εθνικός γραμματέας του Πολιτικού του Γραφείου και ευρωβουλευτής, μας δίνει μία ενδιαφέρουσα μαρτυρία για την εμπειρία του από τον Μάη.
* Ποιες ήταν οι κυριότερες κατακτήσεις που σημάδεψαν το κίνημα του Μάη ‘68;
- Ηταν ένα μεγάλο κίνημα απελευθέρωσης και εκδημοκρατισμού της γαλλικής κοινωνίας, που αντιπαρατέθηκε σε όλες τις μορφές αυταρχικής άσκησης της εξουσίας, στη διοίκηση, στην οικογένεια, στο ζευγάρι, στο πανεπιστήμιο, στην επιχείρηση. Στο όνομα της αρχής της ισότητας και της χειραφέτησης αντιπαρατέθηκε στον πουριτανισμό και σε όλες τις μορφές διακρίσεων ανάμεσα σε κοινωνικές τάξεις, ράτσες, άτομα, σεξουαλικές προτιμήσεις. Διεκδίκησε τον εκσυγχρονισμό των ηθών αλλά και της οικονομίας. Αυτή την κληρονομιά μας καμιά κυβέρνηση δεν μπορεί να τη θέσει υπό κρίση.
* Από τις οικονομικές και κοινωνικές κατακτήσεις ποιες εξακολουθούν να ισχύουν;
- Το Μάη του ‘68, η μεγαλύτερη γενική απεργία πού έγινε στην ιστορία της Γαλλίας οδήγησε σε τεράστια επιτεύγματα. Στην αύξηση κατά 35% του κατώτερου εργατικού εισοδήματος, σε αναγνώριση των συνδικαλιστικών ελευθεριών στις επιχειρήσεις. Μεγάλες διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε ένα γενναιόδωρο σύστημα επιμόρφωσης, αποζημιώσεων ανεργίας και συντάξεων. Οι κατακτήσεις αυτές τέθηκαν εν μέρει υπό αμφισβήτηση, λόγω της χαμηλής ανάπτυξης, της ανεργίας, της επαγγελματικής αβεβαιότητας. Το 1960 η ανάπτυξη στη Γαλλία ήταν στο 5% ενώ από το 2000 βρίσκεται σε πλήρη στασιμότητα στο 1,5%, κάτι που δεν επιτρέπει τη δημιουργία θέσεων εργασίας και δημιουργεί δυσμενείς συσχετισμούς δυνάμεων για τους εργαζόμενους.
* Σαν «παιδί» του Μάη του ‘68 πώς αισθάνεστε, μέσα στις συνθήκες, λιτότητας, απογοήτευσης και δυσφορίας στη σημερινή Γαλλία;
- Υπάρχει μεγάλη διαφορά. Η γενιά του Μάη ζούσε σε μεγάλη ιστορική αισιοδοξία, τόσο για τη νίκη των δημοκρατικών αξιών όσο και γιατί υπήρχε μία ισχυρή ανάπτυξη, τεχνολογικά επιτεύγματα, ο Σπούτνικ, το ταξίδι στη Σελήνη. Σε πολιτικό επίπεδο βιώναμε τη νίκη των εθνικών και κοινωνικών χειραφετήσεων των λαών του Νότου, της Ασίας, της Αφρικής, της Λατινικής Αμερικής. Ημασταν μία προμηθεϊκή γενιά. Είχαμε την αίσθηση πως γνωρίζαμε τι μπορούσαμε να κάνουμε για να αλλάξουμε τον κόσμο, ότι αντιπροσωπεύαμε μια εναλλακτική κοινωνία. Σήμερα όλα αυτά εξαφανίστηκαν. Η νέα γενιά ζει με το φόβο της ανεργίας, της μετακόμισης επιχειρήσεων σε ξένες χώρες, της επαγγελματικής αβεβαιότητας. Εχει υπερπληροφόρηση αλλά δεν πολυκαταλαβαίνει τι συμβαίνει, δεν έχει όραμα για το τι θα μπορούσε να είναι το μέλλον.
* Μετά το ‘68 ήλθατε σε ρήξη με την ακροαριστερά και προσχωρήσατε στο σοσιαλισμό. Ποια ήταν τα κίνητρά σας;
- Ηλθα σε ρήξη με την ακροαριστερά γιατί σχημάτισα την πεποίθηση ότι δεν αλλάζουμε μια προηγμένη δημοκρατική κοινωνία όπως η γαλλική με τη βία, αλλά με την κυβερνητική δράση, με τις μεταρρυθμίσεις. Επίσης διαμόρφωσα την πεποίθηση ότι η κομμουνιστική φιλοσοφία - για μια κοινωνία χωρίς τάξεις και χωρίς φτώχεια, που θα περνούσε από περίοδο κατάργησης της ιδιοκτησίας των επιχειρήσεων και της αγοράς, αντικαθιστώντας τα με τον προγραμματισμό δράσης- δεν μπορούσε να λειτουργήσει, είναι ουτοπική. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να συγκατατεθούμε στη σημερινή τάξη πραγμάτων. Πιστεύω, όμως, ότι στην ιδεολογική αντιπαράθεση ανάμεσα σε κομμουνιστές και σοσιαλιστές στον 20ό αιώνα εκείνοι που είχαν δίκιο ήταν οι σοσιαλδημοκράτες. Σήμερα οι τροτσκιστές όπως ο Μπεζανσνό εκφράζουν θυμό, αλλά δεν έχουν καμιά σοβαρή πρόταση. Ενσαρκώνουν μια ιδεολογία που βρίσκεται σε διάσταση με την πραγματικότητα και δεν δίνει καμία λύση.
* Ο Νικολά Σαρκοζί επεδίωξε να εξουδετερώσει την ιδεολογία του Μάη του ‘68 ή μήπως είναι απόγονός του;
- Δεν είναι απόγονος γιατί δεν επικαλείται καμιά από τις αξίες του Μάη του ‘68, από τον οποίο μόνο επωφελήθηκε. Στην εποχή του Ντε Γκολ ένας πολιτικός σαν τον Σαρκοζί δεν θα μπορούσε να θέσει προεδρική υποψηφιότητα, ούτε να εκλεγεί από την τότε συντηρητική Γαλλία. Ο Σαρκοζί πιστεύει ότι καθένας πρέπει να προσπαθήσει να επιτύχει τον εκσυγχρονισμό της γαλλικής κοινωνίας για λογαριασμό του, όχι ότι η κοινωνία ολόκληρη πρέπει να συνεργαστεί συλλογικά γι’ αυτό. Είναι, λοιπόν, ένας εκπρόσωπος του φιλελευθερισμού που πιστεύει στην ευφυΐα των επιχειρήσεων και στο νόμο της αγοράς. Οι σοσιαλιστές πιστεύουν ότι η αγορά είναι καλός υπηρέτης, αλλά κακό αφεντικό.
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ 18/5/2008
ΠΑΡΙΣΙ Της ΗΡΑΣ ΦΕΛΟΥΚΑΤΖΗ
Η άκρα αριστερά και η επανάσταση έκαναν μία θεαματική έφοδο στη γαλλική επικαιρότητα με την εξαιρετική προβολή που δόθηκε στην τηλεοπτική περφόρμανς του ανερχόμενου αστέρα της πολιτικής, τροτσκιστή Ολιβιέ Μπεζανσνό. Την περασμένη Κυριακή, ο χαρισματικός πρώην προεδρικός υποψήφιος της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Λίγκας (LCR), που ενσαρκώνει το καινούριο στην πολιτική σκηνή, ήταν ο πρωταγωνιστής της εκπομπής μεγάλης θεαματικότητας του Μισέλ Ντρικέρ.
Την «άνοιξη της ακροαριστεράς» πρόβαλαν πολυσέλιδα αφιερώματα του τύπου, που με πηχυαίους τίτλους αναφέρθηκαν στη «Στέψη» του «Γαβριά», στο «μυστήριο Μπεζανσνό» και στον «τροτσκο-σταρ». Κάποιοι μίλησαν και για «χαμαιλέοντα» αντικαπιταλιστή, σημειώνοντας ότι «η επανάσταση» κάθησε στον κόκκινο καναπέ μιας γκλάμουρους κυριακάτικης εκπομπής.
Ορισμένοι ακροαριστεροί, πάλι, εκτίμησαν ότι ο Ολιβιέ υπέκυψε στη μόδα της αυτοπροβολής. «Αν η εικόνα του βγει ενισχυμένη, ποιο μήνυμα μπορεί να περάσει πολιτικά σε μία εκπομπή που προβάλει την προσωπικότητα εις βάρος των πολιτικών ιδεών;»
Πάντως ο ηγέτης της LCR Αλέν Κριβίν έκρινε άτοπη την πολεμική εναντίον Μπεζανσνό: «Αν κάνουμε μποϊκοτάζ στην αστική τηλεόραση το μήνυμά μας δεν θα περνάει πουθενά».
Στόχος το 8% στις επόμενες εκλογές
Ο Ολιβιέ Μπεζανσνό, ηλικίας 34 ετών, δεν άλλαξε στιλ και τρόπο έκφρασης μέσα στα 20 χρόνια της πολιτικής του πορείας, από τη στράτευσή του ως εφήβου στην ακροαριστερά μέχρι την αναρρίχησή του από το 2001 στην ηγεσία της LCR. Γιος δασκάλων, αποφάσισε να μην τελειώσει τις σπουδές του και να εργαστεί ως ταχυδρόμος. Επιμένει να συνεχίζει αυτή του τη δραστηριότητα, παρά τις υποχρεώσεις που δημιούργησε ως προεδρικός υποψήφιος και παρ’ όλο που ετοιμάζεται να ιδρύσει αρχές του 2009 ένα «νέο αντικαπιταλιστικό κόμμα». Αν και στις προεδρικές απέσπασε το 4,8%, σήμερα βρίσκεται στην τρίτη θέση των πιο δημοφιλών προσωπικοτήτων της αριστεράς με 62%.
Το τηλεοπτικό αφιέρωμα στον Μπεζανσνό περιλάβανε διακριτικές αναφορές στη ζωή του, στις αθλητικές του δραστηριότητες, στην εκδότρια σύντροφό του και στον μικρό του γιο, που δεν παρουσιάστηκαν. Μίλησε όμως και για τη σύγκρουσή του με τον εισαγωγέα πιστολιών με ηλεκτρισμό.
«Δεν θέλω να είμαι αιώνιος προεδρικός υποψήφιος» λέει, διεκδικώντας συλλογικό ρόλο στο νέο κόμμα ΝΡΑ.
Σήμερα η LCR διαθέτει 3.000 μέλη. Με το νέο κόμμα που θα ιδρύσει, η Λίγκα φιλοδοξεί να αποσπάσει από την κοινοβουλευτική αριστερά 2 - 3 εκατομμύρια ψήφους, ποσοστό 7% - 8%. Καθώς ο Μπεζανσνό διατηρεί τις αποστάσεις του από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, γίνεται στόχος της κριτικής από σοσιαλιστές ηγέτες. Εκτιμούν ότι είναι χαρισματικός και βρίσκει απήχηση γιατί ενσαρκώνει την οργή του λαού απέναντι στην αδικία, αλλά τον κατηγορούν ότι προτείνει ένα μοντέρνο «αναρχο-επανάστασης» αναχρονιστικό και ανέφικτο.
ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ 1/6/2008
Της ΗΡΑΣ ΦΕΛΟΥΚΑΤΖΗ
ΓΑΛΛΙΑ. Με τηλεοπτικό σόου μοιάζει η διαμάχη Ντελανοέ και Σεγκολέν για την ηγεσία των σοσιαλιστών
Πρόωρος εμφύλιος έχει ήδη ξεσπάσει ανάμεσα στις βεντέτες των γάλλων σοσιαλιστών που τοποθετούνται από τώρα σε θέση μάχης για να διεκδικήσουν τον ερχόμενο Νοέμβριο τη θέση του απερχόμενου γραμματέα Φρανσουά Ολάντ. Η ομοφωνία που είχε επιτευχθεί, για να τεθεί σαν άμεση προτεραιότητα η εκπόνηση νέου καταστατικού για τον εκσυγχρονισμό του κόμματος, αμφισβητείται τώρα από την αντιπαράθεση βετεράνων αλλά και νέων εκσυγχρονιστών, που έσπευσαν να προβάλουν με θορυβώδη τρόπο τις ηγετικές τους φιλοδοξίες.
Ο Φρανσουά Ολάντ είχε επιτύχει έγκριση της πολιτικής ατζέντα που οδηγεί στο συνέδριο του Σεπτεμβρίου και την εκλογή του νέου ηγέτη. Αυτή προβλέπει την άμεση ψήφιση νέου καταστατικού από τις τοπικές επιτροπές και επικύρωσή του στις 14 Ιουνίου. Από την επομένη και μέχρι τις 7 Ιουλίου αρχίζει η κατάθεση και συζήτηση των θεματικών εισηγήσεων και προτάσεων που θα εκπονήσουν οι διάφορες πολιτικές ομάδες του κόμματος. Στις 20 Σεπτεμβρίου το εθνικό συμβούλιο θα κάνει τη «σύνθεση» των προτάσεων αυτών και στις 14 Νοεμβρίου θα διεξαχθεί το συνέδριο του κόμματος στην πόλη Ρέιμς, για να ακολουθήσει η ψηφοφορία για την εκλογή νέου ηγέτη.
Ομως, οι προσωπικές φιλοδοξίες πήραν το προβάδισμα και άφησαν στην άκρη τον πολιτικό διάλογο στο κόμμα.
*Η Σεγκολέν Ρουαγιάλ άνοιξε πρώτη την κούρσα διαδοχής για την αντικατάσταση του πρώην συντρόφου της, με εντυπωσιακή έφοδο: Παραμονές της προγραμματισμένης συγκέντρωσης του δημάρχου Παρισιού Μπερτράν Ντελανοέ για την παρουσίαση του βιβλίου του «Τόλμη», θέλησε να κλέψει την παράσταση, ανακοινώνοντας την υποψηφιότητά της για την ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος.
Η πρωτοβουλία της Σεγκολέν προκάλεσε έντονες αντιδράσεις των σοσιαλιστών ηγετών, που την κατηγόρησαν ότι δεν ενεργεί συλλογικά, δεν σέβεται τις προθεσμίες και παίζει σε προσωπικό επίπεδο το πολιτικό της παιχνίδι.
Και ο Καν παρών Η επέλαση της Ρουαγιάλ μετακίνησε εκατέρωθεν τις θέσεις στο εσωκομματικό κάδρο.
*Ο Ντομινίκ Στρος Καν, σε επίσκεψή του στο Παρίσι, συγκέντρωσε τους οπαδούς του για διαβουλεύσεις και επιβεβαίωσε ότι διατηρεί φιλοδοξίες για τις προεδρικές εκλογές του 2012, παρ’ όλο που δεσμεύεται από τη θητεία του ως επικεφαλής του ΔΝΤ.
*Ο προσκείμενος στον Στρος Καν Ζαν Κριστόφ Καμπαντέλης ξεσπάθωσε κατά της Ρουαγιάλ, καταγγέλλοντας τη συνεχή προβολή των ηγετικών φιλοδοξιών της και στιγμάτισε τον «πόλεμο των υπερτροφικών εγώ», που «κινδυνεύει να μετατρέψει το κόμμα σε σφαγείο». Παρόμοια κριτική άσκησε και η Μαρτίν Ομπρί.
*Ο Μπερτράν Ντελανοέ, ο οποίος προηγείται σταθερά της Ρουαγιάλ σε δημοτικότητα, παρουσίασε με τυμπανοκρουσίες το βιβλίο του που εκφράζει τις πολιτικές του θέσεις, αλλά άφησε ανοιχτό προς το παρόν το θέμα των ηγετικών φιλοδοξιών του. Φρόντισε, όμως, να κάνει θόρυβο και να προκαλέσει αντιδράσεις με την τοποθέτησή του ως «φιλελεύθερου σοσιαλιστή».
Στο βιβλίο του υποστηρίζει ότι το Σοσιαλιστικό Κόμμα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στο στοίχημα της παγκοσμιοποίησης και να εκπληρώσει το άνοιγμα στην αγορά, δίνοντας όμως προτεραιότητα στις ελευθερίες των πολιτών και στην κοινωνική δικαιοσύνη.
Η Σεγκολέν Ρουαγιάλ τον αντέκρουσε, εκτιμώντας ότι οι λέξεις «σοσιαλισμός και φιλελευθερισμός» είναι ασύμβατες. Ο Λοράν Φαμπιούς έκρινε «σουρεαλιστική» τη διένεξη, ενώ ο Λιονέλ Ζοσπέν υποστήριξε τον Ντελανοέ.
Οι εκπρόσωποι της αριστερής τάσης εκτίμησαν ότι ο σοσιαλ-φιλελευθερισμός «αλά Μπλερ» είναι παρωχημένος, ενώ οι εκσυγχρονιστές καταγγέλλουν το διπολισμό στο κόμμα και συσπειρώνονται για να υποβάλουν στο συνέδριο μια κοινή πρόταση, που θα μπορούσε να συγκεντρώσει την πλειοψηφία.
Ο Μπερτράν Ντελανοέ μπήκε ξαφνικά στην κούρσα δίπλα στην ήδη υποψήφια Σεγκολέν Ρουαγιάλ
Εναν χρόνο μετά την οδυνηρή εκλογική του ήττα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα της Γαλλίας ετοιμάζεται να γυρίσει μια νέα σελίδα με την εκλογή του νέου Γενικού Γραμματέα, στη θέση του Φρανσουά Ολάντ ο οποίος αποχωρεί. Αν και η εκλογή θα γίνει από τα μέλη του κόμματος τον ερχόμενο Νοέμβριο, οι διεργασίες έχουν ήδη αρχίσει, μαζί με τα καρφώματα και την αντιπαράθεση μεταξύ πρώην φίλων και νυν αντιπάλων. Για την ώρα οι μοναδικοί σίγουροι υποψήφιοι είναι η Σεγκολέν Ρουαγιάλ (φυσικά) και ο δήμαρχος του Παρισιού Μπερτράν Ντελανοέ, ο οποίος μπήκε στην κούρσα μάλλον αιφνιδιαστικά, παρ’ όλο που ουδέποτε έκρυψε τις ηγετικές φιλοδοξίες του, οι οποίες φθάνουν ως το προεδρικό μέγαρο.
Ολοι στη Γαλλία περίμεναν ότι ο Μπερτράν Ντελανοέ θα έκανε κάποια στιγμή το μεγάλο βήμα, αλλά κανείς δεν πίστευε ότι θα το έκανε με ένα ιδεολογικό μανιφέστο, που τάραξε ακόμα περισσότερο τα ήδη ταραγμένα νερά του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Με ένα βιβλίο, που φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Με τόλμη», ο δημοφιλής και επιτυχημένος δήμαρχος της πόλης του φωτός έδωσε το ιδεολογικό του στίγμα, που συνδυάζει σοσιαλισμό και φιλελευθερισμό - όσο παράδοξο και αν ακούγεται αυτό. Η ευρεία δημοσιότητα που συνόδευσε την έκδοση του βιβλίου έδωσε την ευκαιρία στον Ντελανοέ να επιβεβαιώσει αυτό που κυκλοφορούσε ως ανεπιβεβαίωτη πληροφορία τις τελευταίες εβδομάδες, ότι δηλαδή θα βρεθεί απέναντι στη Σεγκολέν Ρουαγιάλ στο συνέδριο του κόμματος και στην εκλογική διαδικασία που θα ακολουθήσει. Είχε προηγηθεί η επιβεβαίωση της υποψηφιότητάς της από την ίδια, με τη δήλωσή της ότι «με χαρά θα αποδεχτεί την αποστολή της αρχηγίας», εάν τα μέλη του κόμματος «κρίνουν ότι αυτό θα είναι ωφέλιμο».
Με δύο λοιπόν υποψηφίους να έχουν εκδηλώσει ανοιχτά τις προθέσεις τους και αρκετούς άλλους να το σκέφτονται σοβαρά - αναφέρονται τα ονόματα του επικεφαλής του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Ντομινίκ Στρος-Καν, του πρώην υπουργού Τζακ Λανγκ και της κόρης του Ζακ Ντελόρ, Μαρτίν Ομπρύ - η κούρσα έχει ξεκινήσει για τα καλά, μαζί με τα απαραίτητα συντροφικά μαχαιρώματα που αποτελούν πλέον παράδοση για τους γάλλους Σοσιαλιστές. Η αλήθεια είναι ότι υπάρχει βάση για κάτι τέτοιο. Η δήλωση του Ντελανοέ ότι είναι «φιλελεύθερος και σοσιαλιστής» προκαλεί ένα δικαιολογημένο σοκ σε ψηφοφόρους και μη του κόμματος, που παθαίνουν αλλεργία στο άκουσμα του πρώτου όρου.
Μιλώντας στον «Nouvel Observateur», ο Ντελανοέ προσπάθησε να εξηγήσει τη θέση του λέγοντας ότι δεν πρέπει να μας τρομάζουν οι λέξεις: «Τι είναι ο φιλελευθερισμός;» αναρωτήθηκε. «Είναι ένα δόγμα απελευθέρωσης του ανθρώπου που γεννήθηκε στην Ευρώπη του Διαφωτισμού. Είναι μια ιδεολογία της ελευθερίας, χάρη στην οποία έγιναν οι μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές κατακτήσεις». Με αφορισμούς του τύπου «είμαι φιλελεύθερος επειδή αγαπώ την ελευθερία» και με αναφορές στον Μοντεσκιέ και στον Τζον Λοκ, ο Σοσιαλιστής δήμαρχος του Παρισιού προσπαθεί να τοποθετηθεί στον αντίποδα του γάλλου προέδρου Νικολά Σαρκοζί, τον οποίο χαρακτηρίζει «αντιφιλελεύθερο» σε όλους τους τομείς, λόγω του «μετριοπαθούς βοναπαρτισμού» του, όπως χαρακτηριστικά προσδιορίζει το στυλ του ιδεολογικού του αντιπάλου.
Είναι σαφές ότι ο Ντελανοέ δεν είναι ένας συμβατικός πολιτικός. Από τους μετρημένους στα δάχτυλα πολιτικούς που δεν έχουν κρύψει την ομοφυλοφιλία τους, ο δήμαρχος του Παρισιού, ο οποίος επανεξελέγη θριαμβευτικά τον περασμένο Μάρτιο στο αξίωμά του, έχει υψηλά ποσοστά στις δημοσκοπήσεις, όχι μόνο σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και στην ευρύτερη πολιτική σκηνή. Πρόσφατη δημοσκόπηση του περιοδικού «Le Point» του δίνει ένα 57%, σε σχέση με ένα 28% της Σεγκολέν Ρουαγιάλ, στο ερώτημα ποιος από τους δύο θα γινόταν καλύτερος πρόεδρος. Της Γαλλίας, εννοείται, αφού θεωρείται βέβαιο ότι ο επόμενος πρώτος Γραμματέας του κόμματος θα είναι και υποψήφιος για τις προεδρικές εκλογές του 2012. Για αυτό λοιπόν δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο προεκλογικός αγώνας γι’ αυτές τις εκλογές ξεκινάει από την εσωκομματική αναμέτρηση στους Σοσιαλιστές.
Οπως είναι φυσικό, οι ανορθόδοξες δηλώσεις και θέσεις του Ντελανοέ προκάλεσαν έναν ιδεολογικό πόλεμο στο κόμμα, με τους …ορθόδοξους να τον κατηγορούν για στροφή προς τα δεξιά, σε μια προσπάθεια να προσεγγίσει τους Κεντρώους, τους Κεντροδεξιούς, τους αναποφάσιστους και όλους εκείνους που έχουν κουραστεί με την έλλειψη μιας ουσιαστικής ταυτότητας και με την απουσία προσανατολισμού στο κόμμα. Η Σεγκολέν Ρουαγιάλ έσπευσε να καταδικάσει τον σύντροφό της λέγοντας ότι ο «φιλελευθερισμός είναι η λέξη των πολιτικών αντιπάλων μας» και ότι «ποτέ δεν θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι είμαι φιλελεύθερη».
Αλλα στελέχη του κόμματος πιστεύουν ότι μια τέτοια δεξιά στροφή, σαν κι αυτή που έκαναν ο Τόνι Μπλερ στη Βρετανία και οι γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες, δεν ταιριάζει στους γάλλους Σοσιαλιστές. Είναι όμως εμφανής η προσπάθεια του Ντελανοέ να επαναπροσδιορίσει τη σημασία των όρων και να ερεθίσει τα σοσιαλδημοκρατικά αντανακλαστικά του κόμματος. Βεβαίως, είναι πολύ νωρίς ακόμη για να πούμε εάν θα το πετύχει, αλλά είναι βέβαιο ότι κατάφερε έναν από τους βασικούς στόχους του: να προκαλέσει συζητήσεις και να ανανεώσει την αναζήτηση της σύγχρονης ιδεολογικής ταυτότητας του κόμματος.
Οι επιφυλάξεις αυτές αφορούν το κομματικό και ιδεολογικό επίπεδο γιατί σε επίπεδο απόδοσης ο Ντελανοέ παίρνει άριστα, όπως επιβεβαιώθηκε και από την επανεκλογή του στον δημαρχιακό θώκο. Οι Παριζιάνοι εκτίμησαν το έργο του για την πόλη, με το οποίο απέδειξε ότι και ιδέες έχει και τους τρόπους για να τις υλοποιεί. Και δεν αναφερόμαστε στα αυτονόητα για κάθε δήμαρχο (καθαριότητα κτλ.), αλλά στην υλοποίηση έργων και πρωτοβουλιών που δίνουν το καινοτόμο στίγμα του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι πλαζ που έφτιαξε στον Σηκουάνα και το σύστημα ενοικίασης ποδηλάτων με τη σύμπραξη του ιδιωτικού τομέα, που αγκαλιάστηκε αμέσως απ’ όλους. Μια απλή στη σύλληψη και στην υλοποίησή της ιδέα, σε μια πόλη με μεγάλα κυκλοφοριακά προβλήματα.
Το ζήτημα των σεξουαλικών προτιμήσεων του Ντελανοέ δεν φαίνεται να αποτελεί εμπόδιο στις ευρύτερες πολιτικές φιλοδοξίες του. Στη συνήθως υποκριτική σε θέματα προσωπικής ζωής Γαλλία το ζήτημα είναι σαν να μην υπάρχει, αφού οι εφημερίδες και τα μεγάλα κανάλια δεν αναφέρονται σε αυτό (και καλά κάνουν), αλλά είναι αναπόφευκτο ότι κάποια στιγμή θα βρεθεί στο επίκεντρο των συζητήσεων, ιδιαίτερα εάν οι Γάλλοι κληθούν να επιλέξουν τον πρώτο γκέι πρόεδρό τους. Ο ίδιος ο Ντελανοέ, σε μία από τις ελάχιστες αναφορές του σε αυτό, δήλωσε ότι «από την ώρα που ο κόσμος πιστεύει ότι δεν αποτελεί πρόβλημα για μένα, τότε δεν είναι ούτε πρόβλημα για εκείνον».
Η ταυτότητα του δημάρχου
Ο Ντελανοέ δεν είναι καινούργιος στο κόμμα. Προσδεδεμένος στο άρμα του πρώην πρωθυπουργού Λιονέλ Ζοσπέν, μπήκε από νεαρός στην πολιτική. Ευέλικτος, επικοινωνιακός, έχει πίσω του μια μακρά πορεία, με επίκεντρο πάντα τη Ρι ντε Σολφερινό, όπου βρίσκεται η έδρα των Σοσιαλιστών. Εγινε γνωστός σε πανεθνικό επίπεδο με την από τηλεοράσεως εξομολόγηση για τις σεξουαλικές προτιμήσεις του και το 2001 έγινε ο πρώτος Σοσιαλιστής που κατάφερε να σπάσει ένα τέταρτο αιώνα της κυριαρχίας της Δεξιάς στον μεγαλύτερο δήμο της Γαλλίας. Μιας περιόδου που χαρακτηρίστηκε από τα σκάνδαλα της δημαρχίας του Ζακ Σιράκ. Από τότε βρίσκεται διαρκώς στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας και σήμερα επιχειρεί να κατοχυρώσει τη δημοφιλία του με την ανάληψη της ηγεσίας του κόμματος. Από εκεί και πέρα όλοι οι δρόμοι είναι ανοιχτοί ως το 2012.
ΣΠ. ΦΡΑΓΚΟΣ
Το ΒΗΜΑ, 01/06/2008 , Σελ.: A42
Κωδικός άρθρου: B15373A421
ID: 294919
|
Πηγή: ΑΠΕ 25/05/08-19:57 |
Οι βασικότεροι σήμερα διεκδικητές για την ηγεσία του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Γαλλίας, η κυρία Σεγκολέν Ρουαγιάλ και ο κύριος Μπερτράν Ντελανοέ, ξεκίνησαν τη δημόσια αντιπαράθεση αυτό το Σαββατοκύριακο, στο πεδίο του φιλελευθερισμού, που ο μεν Ντελανοέ διεκδικεί, ενώ η Ρουαγιάλ κρίνει “ασυμβίβαστο με τον σοσιαλισμό”. 0 57χρονος Δήμαρχος Παρισίων δεν κρύβει πλέον πως ενδιαφέρεται να γίνει αρχηγός των Σοσιαλιστών. “Θα έδειχνα πως αδιαφορώ για εσάς αν δήλωνα δημόσια πως η ευθύνη μου εξαντλείται εδώ στη Δημαρχία”, είπε χθες αυτοσαρκαζόμενος ο Ντελανοέ, ενώπιον μερικών εκατοντάδων ένθερμων υποστηρικτών του στο Παρίσι. Ταυτοχρόνως, ο Ντελανοέ δηλώνει “και σοσιαλιστής και φιλελεύθερος”, επισημαίνοντας ότι “ο φιλελευθερισμός, πρωτίστως, είναι πολιτική φιλοσοφία ελευθερίας”. Αντίθετα, η 54χρονη Σεγκολέν Ρουαγιάλ, υποψήφια πρόεδρος στις εκλογές του 2007, τονίζει ότι “δεν μπορώ, όπως ο Μπερτράν Ντελανοέ, να δηλώσω πως είμαι υπερ του φιλελευθερισμού, αφού η λέξη αυτή ανήκει στους πολιτικούς αντιπάλους μας”. “Εχει βέβαια και άλλες έννοιες, θετικές, ο φιλελευθερισμός, σ άλλα κράτη. Οχι στη Γαλλία, όπου η έννοιά του είναι συνδεδεμένη με τον αχαλίνωτο καπιταλισμό και τη ζημιά, επομένως δεν μπορούμε, ούτε κι είναι χρήσιμο, να τον αποκαταστήσουμε”. “Ταραχώδες” συνέδριο. Φέτος τον Νοέμβριο, οι Γάλλοι Σοσιαλιστές συνεδριάζουν στη Ρεμς στη βορειοανατολική Γαλλία, για να αναδείξουν τη νέα ηγεσία και το συνέδριο αυτό προαναγγέλλεται από τούδε –ακόμα και στα “φιλικά” τους μμε– “ταραχώδες”. Οι ερχόμενες προεδρικές εκλογές είναι να γίνουν το 2012. Δύο φορές με ηγέτη τον Φρανσουά Ολάντ, τον πρώην σύντροφο στην ιδιωτική ζωή της Ρουαγιάλ, το Σοσιαλιστικό Κόμμα απέτυχε να κατακτήσει την εμπιστοσύνη των εκλογέων για το πρώτο αξίωμα στη χώρα (η Γαλλία είναι προεδρική Δημοκρατία). Υπάρχουν τελευταίες δημοσκοπήσεις που δίνουν “προβάδισμα” στον Ντελανοέ, έναντι της Ρουαγιάλ. Αμφότεροι, όμως, αναδεικνύονται “οι εκλεκτοί της μειοψηφίας” ( 34% υπέρ, έναντι 47% κατά της υποψηφιότητας του πρώτου, ενώ 32% τάσσονται υπέρ έναντι 58% κατά, για την δεύτερη) –σύμφωνα με δημοσκόπηση, που δημοσίευσε σήμερα η εφημερίδα “Λε Παριζιέν”.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από την εισαγωγή που έγραψαν η γαλλίδα φιλόσοφος Μονικ Καντό – Σπερμπέρ και η ιταλίδα φιλόσοφος Νάντια Ουρμπινάτι για το βιβλίο Liberal – Socialisti:
O φιλελεύθερος σοσιαλισμός είναι σήμερα το μόνο ιδεώδες που απλώνει τις ρίζες του στην ευρωπαϊκή ηθική και πολιτική παράδοση και που διαθέτει μια ηπειρωτική και οικουμενική εμβέλεια.
Γεννημένος στην πιο ολοκληρωμένη του μορφή στη διάρκεια της ναζιστικής και φασιστικής λαίλαπας, ως αναζήτηση ενός οράματος χειραφέτησης που θα διέφερε από το κομμουνιστικό όραμα, ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός είναι μια ιδέα προωθημένης δημοκρατίας, ανεκτικής και ανοικτής κοινωνίας, που θα έχει στο επίκεντρό της την αξία του κάθε προσώπου. Όχι το αφηρημένο άτομο του κλασικού φιλελευθερισμού ή το αγελαίο άτομο των κοινοτιστικών οραμάτων ή τέλος το άτομο που ορίζεται αποκλειστικά από τις υλικές του ανάγκες, όπως στον ταξικό σοσιαλισμό, αλλά αντίθετα το άτομο ως ανθρώπινη ύπαρξη που ζητάει σεβασμό και αναγνώριση στη κοινωνία στην οποία ζει, υποφέρει, έχει ανάγκες, έχει διάφορες πολιτιστικές και θρησκευτικές αξίες.
Η σοσιαλιστική ιδέα γεννήθηκε αρχικά ως ηθική εξέγερση ενάντια στην οικονομική και κοινωνική αδικία, αλλά το νόημά της προσέλαβε σύντομα το χαρακτήρα καταγγελίας της αδικίας σε οποιαδήποτε μορφή αυτή παρουσιάζεται, τόσο όταν η αδικία είναι οικονομική εκμετάλλευση και φτώχια, όσο και όταν είναι διάκριση εις βάρος των διαφορετικών και μισαλλοδοξία για λόγους προκατάληψης και κυριαρχίας της πλειοψηφίας.
Αυτός ο σοσιαλισμός καταγόταν από τις αξίες που εξέφρασε ο φιλελευθερισμός, επειδή όπως ο φιλελευθερισμός έτσι και αυτός, γεννήθηκε ως βούληση αντίστασης στην αυθαιρεσία απολυταρχικών εξουσιών και σε κάθε πειρασμό μονοπώλησης της εξουσίας. Όποιος θέλει να προχωρήσει ως τα θεμέλια της ιδέας της δικαιοσύνης συναντά την ελευθερία, επειδή συναντά την αξία του προσώπου. Ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός είναι ο κληρονόμος των οικουμενικών και ανθρωπιστικών αξιών που σημάδεψαν τον ευρωπαϊκό και δυτικό πολιτισμό από τις κλασικές και χριστιανικές απαρχές τους. Υπάρχει στο ιδεώδες του φιλελεύθερου σοσιαλισμού ένας υπόρρητος κανονιστικός οικουμενισμός, η ανάγκη να ξεκινήσουμε από κοινά σημεία για να μπορέσουμε να συζητήσουμε και να κάνουμε επιλογές, να διαχωριστούμε και να διαφωνήσουμε. Διαφωνούμε μόνον επειδή αλληλοκατανοούμαστε και χρησιμοποιούμε μια κοινή γραμματική. Η πολιτική διαλεκτική και η πολιτική σύγκρουση υπάρχουν εκεί που υπάρχει ένα κοινό σύνολο δημοκρατικών κανόνων, που καθιστούν τον άλλο αναγνώστη και πολιτικό αντίπαλο και ποτέ έναν ολικό εχθρό ή αντικείμενο περιφρόνησης. Αυτός είναι ο ελάχιστος κοινός παρανομαστής, στη θεμελίωση του οποίου συνέβαλαν φιλελεύθεροι και σοσιαλιστές σε χρόνια στα οποία η διάκριση μεταφραζόταν, με τη βούληση των κρατών, σε φυσική βία.
Είναι γνωστό το ότι ιστορικά η φιλελεύθερη παράδοση και η σοσιαλιστική παράδοση βρέθηκαν συχνά σε σύγκρουση μάλλον παρά σε συμμαχία. Ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός καλλιέργησε τη φιλοδοξία να αντιστρέψει αυτή τη τάση. Σε αυτό βασιζόταν ο ΄΄τρίτος δρόμος΄΄, μια έκφραση που επανερχόταν περιοδικά και επαναπροτεινόταν κάθε φορά ανάλογα με τα ζεύγη των αντιθέτων με τα οποία αναμετριόταν.
Όπως έδειξε ο Νορμπέρτο Μπόμιο, ο συγγραφέας που ίσως καλύτερα από όλους αντιλήφθηκε τον παράδοξο και γι΄ αυτό ερεθιστικό και ποτέ αναχρονιστικό χαρακτήρα του φιλελεύθερου σοσιαλισμού, ο τρίτος δρόμος υπήρξε άλλοτε μεταξύ ντετερμινιστικού σοσιαλισμού και φιλελευθερισμού του κατεστημένου, άλλοτε μεταξύ αντιτιθέμενων μορφών συγκεντρωτικού σχεδιασμού (φασιστικού ή σοβιετικού) και ένα είδος ΄΄φιλελεύθερου΄΄ κοινωνικού δαρβινισμού. Σε ποιό ζεύγος αντιθέτων αντιπροτείνεται σήμερα ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός;
Νομίζουμε πως μπορούμε να πούμε ότι ο τρίτος δρόμος είναι σήμερα μια συνεκτική σύζευξη της συνταγματικής δημοκρατίας με μια σημαντική συμπλήρωση: η δημοκρατία είναι κάτι περισσότερο από μια πολιτική μέθοδο συλλογικής απόφασης. Δεν είναι μόνο κανόνες του παιχνιδιού και οργάνωση των δημόσιων εξουσιών σε ένα συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο. Η δημοκρατία είναι μια αξία, επειδή η αποδοχή των δημοκρατικών κανόνων και η εφαρμογή τους πηγάζει άμεσα από την ηθική προϋπόθεση ότι το πρόσωπό είναι το πρώτο θεμέλιο, ένα υποκείμενο που σεβόμαστε. Ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός αντιλαμβάνεται το σοσιαλισμό ως χειραφέτηση της ανθρώπινης ύπαρξης και της κοινωνίας που πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσα από σταθερή υπεράσπιση της ατομικής ελευθερίας. Αντιλαμβάνεται το φιλελευθερισμό ως υπεράσπιση των ατομικών και πολιτικών ελευθεριών, της ηθικής αυτονομίας του ατόμου και της ανεξαρτησίας του κοινωνικού σώματος σε σχέση με το κράτος, χωρίς ωστόσο να αγνοεί ότι η άσκηση της ελευθερίας δράσης απαιτεί υλικές και διανοητικές δυνατότητες, οι οποίες δεν μπορούν να επιτευχθούν έξω από την κοινωνική ζωή ή με την αδιαφορία για τις πραγματικές περιστάσεις στις οποίες οι άνθρωποι δρουν και επιλέγουν. Φιλελευθερισμός και σοσιαλισμός εμπνέονται από διαφορετικές αντιλήψεις της κοινωνίας και της πολιτικής δράσης. Ωστόσο, επειδή αυτά τα δύο κινήματα ενσαρκώνουν ζωντανές παραδόσεις, οι ιδέες τους δεν είναι δόγματα καθορισμένα μια για πάντα και επομένων οι διαφορές τους δεν μπορούν να σκληρυνθούν και να παγώσουν σε αμετάβλητους ορισμούς.
Ο Άντονι Γκίντενς είναι σήμερα ο κυριότερος, εκπρόσωπος μιας ομάδας Ευρωπαίων στοχαστών που αγωνίζεται για τη διαμόρφωση της ιδεολογικής ταυτότητας της ευρωπαϊκής Κεντροαριστεράς και όχι μόνο. Είναι ο διανοούμενος - φιλόσοφος που με τη ρηξικέλευθη πρότασή του για τον «Τρίτο Δρόμο» έβαλε επιτακτικά επί τάπητος τις προκλήσεις, αντιφάσεις, διλήμματα και τα αδιέξοδα που έχει αντιμετωπίσει η σοσιαλδημοκρατία τα τελευταία 20-30 χρόνια. Κανείς δεν περίμενε, ούτε ο ίδιος ο Γκίντενς, ότι το βιβλίο του «Ο Τρίτος Δρόμος: Η ανανέωση της Σοσιαλδημοκρατίας», 1998, θα επηρέαζε τη συζήτηση για το μέλλον της Κεντροαριστεράς σε τόσο μεγάλο βαθμό. Ο Γκίντενς, μέσα από τις αρχές του «Τρίτου Δρόμου», προτείνει ριζοσπαστικές τομές στην παραδοσιακή προσέγγιση της παλαιο-σοσιαλδημοκρατίας, διαμορφώνοντας μια ρεαλιστική εναλλακτική επιλογή στην καταστροφική ηγεμονία του νεο-φιλελευθερισμού, μέσω ενός νέου σοσιαλδημοκρατικού κινήματος, το οποίο στη βάση του έχει τη θεωρία του «ριζοσπαστικού κέντρου». Στη βάση αυτή προσδιορίζεται και η νέα έννοια για την ισότητα. Όπως γράφει στον «Τρίτο Δρόμο», «Η νέα πολιτική ορίζει την ισότητα ως συμπερίληψη και την ανισότητα ως αποκλεισμό» και τονίζει ότι η νέα σοσιαλδημοκρατία πρέπει να μεταθέσει την προσοχή της από το στόχο της αναδιανομής του πλούτου στο στόχο της αναδιανομής ικανοτήτων έτσι ώστε να δημιουργήσουμε αυτό που ο Γκίντενς ονομάζει κοινωνία «θετικής πρόνοιας». Σε μια τέτοια κοινωνία «το συμβόλαιο μεταξύ ατόμου και κυβέρνησης μεταλλάσσεται, καθώς η αυτονομία και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας—το μέσο δηλαδή της διάδοσης της ατομικής υπευθυνότητας — έρχονται πλέον στο προσκήνιο του ενδιαφέροντος».
Ένα από τα κεντρικά θέματα της προβληματικής του Άντονι Γκίντενς, σχετικά με το στόχο της ανανέωσης της σοσιαλδημοκρατίας, είναι αυτό που ονομάζει «ριζοσπαστικό κέντρο».
Έννοια που τη θεωρεί κρίσιμη για την ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας σήμερα. Διότι ο ριζοσπαστισμός λαμβάνει πλέον μια έννοια διαφορετική από αυτήν που είχε παλιά. Ο ριζοσπαστισμός ήταν η έννοια που όρθωνε την Αριστερά ενάντια στη Δεξιά. Σήμερα ριζοσπαστισμός σημαίνει την υπέρβαση από τις αγκυλώσεις της παλαιάς αριστεράς και την υπέρβαση από παλαιού τύπου αριστερές προσεγγίσεις. Έτσι, λοιπόν, ο ριζοσπαστισμός παίρνει ένα νέο νόημα, ένα Κεντροαριστερό νόημα. Αυτή η προβληματική υποδεικνύει σ’ όσους ανήκουν στο σοσιαλδημοκρατικό χώρο ότι πρέπει να επανεξετάσουν την υπόθεση της κεντρώας πολιτικής. Για να μπορέσουν οι σοσιαλδημοκράτες να κυβερνήσουν με επιτυχία και με λαϊκή υποστήριξη, να μπορέσουν δηλαδή να πετύχουν στις εκλογικές διαδικασίες, θα πρέπει να λάβουν σοβαρά την έννοια του «κέντρου». Μια ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία πρέπει να τοποθετείται αριστερά του κέντρου. Κι αυτό διότι η κοινωνική αλληλεγγύη και η πολιτική της χειραφέτησης παραμένουν κύρια συστατικά της ταυτότητάς της. Με αυτή την προσέγγιση οι σοσιαλδημοκράτες θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τόσο παραδοσιακά όσο και πρωτοεμφανιζόμενα πολιτικά προβλήματα όπως, για παράδειγμα, είναι αυτά που έχουν να κάμουν με την οικολογία».
Η σοσιαλδημοκρατία είναι, εξ αντικειμένου, συνυφασμένη με την έννοια της δημοκρατίας. Ο τρόπος με τον οποίο ορίζουμε τη δημοκρατία σήμερα δεν είναι αρκούντως δημοκρατικός. Βρισκόμαστε, μπροστά σε μια δημοκρατική κρίση και πρέπει να προχωρήσουμε σε μια εκδημοκρατικοποίηση της δημοκρατίας. Είναι γεγονός ότι μπροστά στις ριζικές εξελίξεις που φέρνει μαζί της η παγκοσμιοποίηση και η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας χρειάζεται μια περαιτέρω αξιολόγηση του επιπέδου της δημοκρατίας των κρατών και της ποιότητας επικοινωνίας στο διεθνές περιβάλλον. Η παγκοσμιοποίηση και η ανάπτυξη της τεχνολογίας έχουν επιτρέψει την περαιτέρω εξάπλωση των δημοκρατικών αρχών. Ο «εκδημοκρατισμός της δημοκρατίας» απαιτεί την αποκέντρωση του κράτους. Κι αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος μένει αμέτοχο στις εξελίξεις. Σημαίνει, όμως, ότι η παγκοσμιοποίηση υποχρεώνει το κράτος να μεταβιβάσει εξουσίες προς τα κάτω για να μπορέσει να αναλάβει τη διεκπεραίωση των νέων υποχρεώσεων που οι παγκόσμιες εξελίξεις δημιουργούν. Σημαίνει, επίσης, ενίσχυση της δημόσιας σφαίρας και της κοινωνίας των πολιτών με εφαρμογή της ανεκτικότητας, της αποδοχής του άλλου και τη διαφάνεια».
Η Κριτική στον Τρίτο Δρόμο
Αρκετοί επικριτές του Γκίντενς, υποστηρίζουν, ότι η ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία την οποία επαγγέλλεται είναι στην ουσία ένας μανδύας κάτω από τον οποίο διακρίνονται νεοφιλελεύθερες αρχές κι έτσι ο «Τρίτος Δρόμος» δεν έχει στην ουσία τίποτε να κάμει με αριστερές αρχές. Η απάντησή του Γκίντενς είναι άμεση και κατηγορηματική: «Είναι βέβαια μια άποψη, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ο «Τρίτος Δρόμος» (ίσως θα πρέπει να ξανασκεφτώ την ονομασία γιατί πολλοί δεν καταλαβαίνουν τη σημασία του), είναι μια ρεαλιστική απάντηση στο νεοφιλελευθερισμό, σε αντίθεση με την παραδοσιακή κομμουνιστική Αριστερά, η οποία αποδείχθηκε αναποτελεσματική και καταστροφική. Αυτή η παλιά σχολή έχει απαξιωθεί». Και επαναλαμβάνει: «Ο «Τρίτος Δρόμος» δεν είναι φιλελευθερισμός, αλλά μια ρεαλιστική εναλλακτική επιλογή στη νεοφιλελεύθερη πρόταση. Οι σοσιαλδημοκράτες πρέπει να κατανοήσουν τις ραγδαίες αλλαγές των τελευταίων 20 - 30 χρόνων και να προσαρμοστούν. Δεν έχουν άλλη επιλογή. Αυτή τη διέξοδο τους δίνει ο «Τρίτος Δρόμος», ο οποίος προσπαθεί να υπερβεί την παραδοσιακή Αριστερά και την παλαιά σοσιαλδημοκρατία και βεβαίως να γίνει ουσιαστικό αντίβαρο στο νεοφιλελευθερισμό». Αναφέρεται στο γεγονός ότι ο υπαρκτός σοσιαλισμός και η παλαιοαριστερά τραυμάτισαν το κύρος σοσιαλδημοκρατικών αρχών και υπογραμμίζει με έμφαση ότι ο «Τρίτος Δρόμος» «είναι ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε να αποκαταστήσουμε το κύρος βασικών σοσιαλδημοκρατικών αρχών, όπως είναι αυτή της κοινωνικής αλληλεγγύης. Αυτή είναι μια σημαντική πρόκληση για τη σημερινή σοσιαλδημοκρατία».
Ποιος είναι ο Άντονι Γκίντενς;
Ο καθηγητής Άντονι Γκίντενς γεννήθηκε στις 18 Ιανουαρίου 1938 και μεγάλωσε στο Έτμοντον του Βόρειου Λονδίνου. Είναι σήμερα διευθυντής της London School of Economics and Political Science. Υπηρέτησε, επίσης, από το 1986-1996, ως καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Cambridge University. Ο Γκίντενς θεωρείται ο σημαντικότερος κοινωνικός επιστήμονας της γενιάς του. Τα έργα του έχουν επηρεάσει αποφασιστικά κοινωνικούς επιστήμονες σ’ όλο τον κόσμο στους τομείς της κοινωνιολογίας, πολιτικής θεωρίας και διεθνών σχέσεων. Θεωρείται ο πατέρας του “structuration theory”, με την οποία εξηγείται η διαλεκτική σχέση και η σχέση αλληλεπίδρασης μεταξύ των υποκειμένων και των δομών. Έχει συγγράψει πάνω από 34 βιβλία, τα περισσότερα από τα οποία έχουν μεταφραστεί σε 22 γλώσσες. Ο Άντονι Γκίντενς είναι ο διανοούμενος που έφερε στο κέντρο της συζήτησης για την ανανέωση της σοσιαλδημοκρατίας την έννοια του «Τρίτου Δρόμου», που έχει ασκήσει σημαντική επιρροή στο διάλογο για το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας. Χαρακτηρίζεται, επίσης, ως ο «γκουρού» της νεο-σοσιαλδημοκρατικής στροφής του βρετανικού Εργατικού Κόμματος. Το βιβλίο του «Τρίτος Δρόμος: Η ανανέωση της Σοσιαλδημοκρατίας», Πόλις: 1998, έχει μεταφραστεί σε πάρα πολλές γλώσσες. Άλλα σημαντικά έργα του είναι: “A Contemporary Critique of Historical Materialism” (1981), “The Constitution of Society: Outline of the Theory of Structuration” (1983), “The Nation-State and Violence” (1985), “Social Theory and Modern Sociology” (1987), “Modernity and Self Identity” (1991), “Beyond Left and Right” (1994), “Runaway World” (1999), “The Third Way and Its Critics” (2000), “On the Edge: Living with Global Capitalism” (2000) και “The Global Third Way Debate” (2001).
Χρειάζεται επιτέλους ένα γερό πνευματικό ταρακούνημα έλεγε ο Κάρλο Ροσελίνι («Φιλελεύθερος Σοσιαλισμός», 1930), που θα μας βγάλει από την ιδεολογική παθητικότητα, που θα μας κάνει να σκεφτούμε αυτόνομα και να κατακτήσουμε μέσω μιας σκληρής ατομικής προσπάθειας αναζήτησης, αμφιβολιών και συγκρούσεων, τις νέες αξίες που θα αντικαταστήσουν την τυφλή πίστη στις ‘’θαυματουργικές αρετές’’ συγκεκριμένων ευφυολογημάτων ιδεολογικού προσηλυτισμού». «Το αληθινό πρόβλημα για τους σοσιαλιστές δεν συνίσταται στο να απαρνηθούν τον Μαρξ, αλλά να χειραφετηθούν απ’ αυτόν»!
Κρίνεται πλέον αναγκαία η επιστροφή του σοσιαλισμού στις φιλελεύθερες ρίζες του, αναγνωρίζοντας τα επιτεύγματα της καπιταλιστικής οικονομίας και επιχειρώντας να φέρουμε τη συζήτηση στη σφαίρα της ελευθερίας του ατόμου, μιας πλήρους ελευθερίας που θα βοηθούσε τον άνθρωπο να γίνει υπεύθυνος πολίτης.
Η Γαλλίδα συγγραφέα Μονίκ Καντό-Σπερμπέρ, αναφερόμενη στη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία, επισημαίνει πως αυτή μόνον φιλελεύθερη μπορεί να είναι. Μία αριστερά που αδυνατεί να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει, εγκλωβισμένη σε παρελθόντα αναλυτικά σχήματα, σε δογματισμούς και παρωχημένες δοξασίες δεν μπορεί να αποτελέσει όχημα για το μέλλον.
Η μόνη ελπίδα επιβίωσης ενός αξιόπιστου κοινωνικού κινήματος για τον σημερινό κόσμο, είναι η ανάδειξη ενός «σοσιαλισμού των ελευθεριών», που τοποθετείται «ενάντια σε όλες τις μορφές του αυταρχισμού, του σχεδιοποιημένου και κρατικοποιημένου σοσιαλισμού». Πρόκειται για έναν σοσιαλισμό ο οποίος συνδέεται με τις φιλελεύθερες ιδέες του 18ου αιώνα, αυτές που τελικά οδήγησαν και στην Γαλλική Επανάσταση.
Η διαμόρφωση της νέας σοσιαλδημοκρατίας προϋποθέτει την ανακάλυψη εκ νέου, ή την επανασύνδεσή της, με βασικές αρχές της φιλελεύθερης σκέψης, όπως την αυτονομία του προσώπου και τον πλουραλισμό, την επιλογή και την ατομική υπευθυνότητα, την διανοητική μετριοπάθεια και τον αντι-ουτοπισμό, τον θεμελιώδη ρόλο των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, τις αγορές ως αποκεντρωμένες μορφές κοινωνικής οργάνωσης.
Παράλληλα οφείλουμε να ανατρέξουμε σε μία μακρά παράδοση της σοσιαλιστικής σκέψης, γνήσια ατομοκεντρική και αντικρατικιστική. Μία παράδοση ριζοσπαστική και αντιγραφειοκρατική, που ελάχιστα κοινά έχει με τον συγκεντρωτισμό και τις διαχειριστικές και κολεκτιβιστικές λογικές της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας των δεκαετιών του ΄60 και του ΄70.
Πρόκειται για ένα ρεύμα που ιδεολογικά εκφράστηκε κυρίως με τον πρώιμο βρετανικό σοσιαλισμό, από τον Ρόμπερτ Όουεν, τον Κόουλι, τον Τόουνι και τον Κρόσλαντ – με καταβολές από τον ατομικιστικό αναρχισμό του Ουΐλιαμ Γκόντγουιν του Μπέρτραντ Ράσελ και του Λ. Χόμπχαουζ. Πρόκειται για μία παράδοση όχι απλώς μη μαρξιστική, αλλά συνειδητά αντι-μαρξιστική. Στην Γαλλία υπήρξαν αντίστοιχα σοσιαλιστικά ρεύματα, επηρεασμένα από την σκέψη του Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, του «μασκαρεμένου φιλελεύθερου» για τους επικριτές του, του Σαρλ Ρενουβιέ, του Αλφρέ Φουιγιέ και του Λεόν Μπουρζουά. Ο Προυντόν μάλιστα κατηγορήθηκε από τους μαρξιστές για αναρχισμό (!), ακριβώς γιατί ήθελαν να συσκοτίσουν και να παραμορφώσουν τις πραγματικές πολιτικές του ιδέες. Στην πλούσια παράδοση του φιλελεύθερου σοσιαλισμού ή σοσιαλφιλελευθερισμού, πρέπει ακόμη να συμπεριλάβουμε τον σπουδαίο ρεβιζιονιστή Έντουαρντ Μπερνστάϊν, τον Φρίντριχ Αλμπερτ Λάνγκε, τον πολέμιο των μονοπωλίων Φραντζ Οπενχάϊμερ, τον Ανρί ντε Μαν, τον Αντρέ Φιλίπ και τον Φρήντριχ Νιούμαν. Τα κύρια ρεύματα της ατομικιστικής σκέψης αποδέχονται την «κοινωνική φύση του ατόμου» έλεγε ο Λουΐς Ντυμόν. Ενδεικτικά, μπορούμε επίσης να θυμηθούμε την «ακοινώνητη κοινωνικότητα» του Ιμάνουελ Καντ, την ηθική θεωρία του Άνταμ Σμιθ, τον ωφελιμισμό του Τζον Στιούαρτ Μιλ και την αυθόρμητη τάξη του Χάγιεκ.
Η αλληλεγγύη και η κοινωνική διάσταση της συνεργασίας, η βούληση για μεταρρύθμιση (βολονταρισμός) και η χειραφέτηση του ατόμου και της κοινωνίας (κοινωνία των πολιτών), είναι στοιχεία της σοσιαλιστικής σκέψης που αξίζει να διατηρηθούν και να συμβάλουν με την σειρά τους, στην ανανέωση του σύγχρονου φιλελευθερισμού. Η σύνθεση των δύο παραδόσεων, της φιλελεύθερης και της σοσιαλιστικής, ίσως να οδηγήσει σε αυτό που ο Γερμανός πολιτειολόγος Βίλχελμ Ρέπκε αποκαλεί «συνεννόηση σοσιαλιστών και φιλελεύθερων», μία συνεννόηση που στις μέρες μας φαντάζει, ολοένα και περισσότερο, μονόδρομος για την επιτυχή υπεράσπιση των ανοικτών κοινωνιών απέναντι στην μισαλλοδοξία, τον ανορθολογισμό και τον επιθετικό κοινοτισμό. Μία συνεννόηση που παίρνει ακόμη και την μορφή εκλογικής συμπόρευσης και κυβερνητικών συνεργασιών – κυρίως στα σκανδιναβικά και κεντροευρωπαϊκά κράτη. Μία συνεννόηση που σήμερα επιτρέπει στην Ευρώπη να πραγματοποιεί σημαντικά βήματα προς περισσότερη δημοκρατία, κάτι που δεν αρέσει καθόλου στους φαιοκόκκινους εχθρούς των ανοικτών κοινωνιών.
Η τελευταία οικονομική κρίση καθώς και τα τεράστια προβλήματα κοινωνικής συνοχής, αποδεικνύουν την εγγενή αστάθεια και τα αδιέξοδα του νεοφιλελευθερισμού. Ο νεοφιλελευθερισμός απαιτεί το ελάχιστο κράτος και στηρίζεται στην δυνατότητα αυτορρύθμισης της αγοράς, σύστημα, που σύμφωνα με τις τελευταίες διεθνής οικονομικές εξελίξεις, προφανώς απέτυχε, αποδεικνύοντας ταυτόχρονα την αδυναμία του να διαχειριστεί την παγκοσμιοποίηση προς όφελος των ανθρώπων.
Αλλά και η κρατικά διευθυνόμενη οικονομία (κομμουνισμός ή σοσιαλισμός) είναι ένας τρόπος διαχείρισης που ανήκει οριστικά στο παρελθόν. Οι απαιτούμενες κρατικές παρεμβάσεις που σήμερα απαιτήθηκαν στην προσπάθεια να βγει από το αδιέξοδο η καπιταλιστική κοινωνία (αποτέλεσμα των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που ακολουθήθηκαν), σε καμιά περίπτωση δεν οδηγεί στην παλινόρθωση του κεϊνσιανισμού.
Η λύση βρίσκεται στην κοινωνική αναβάπτιση του φιλελευθερισμού, τον φιλελεύθερο σοσιαλισμό, το ρεύμα δηλαδή εκείνο που απορρίπτει τον κρατισμό, επιμένει στο αίτημα της ισότητας, ορίζοντας εκ΄νέου το αίτημα της ελευθερίας.
Όσοι πραγματικά όμως θα έπρεπε να συγκινούνται από την ανάπτυξη αυτού του θέματος, κλείνουν τα μάτια τους και ή παραβλέπουν το ζήτημα ή ανοίγουν μέτωπο κατά της μιας ή της άλλης πλευράς. Κανένα άλλο θέμα δεν αποκαλύπτει πιο καθαρά πόση πνευματική ρηχότητα και πολιτική σκοπιμότητα κρύβονται πίσω από τον ελληνικό δρόμο αντιμετώπισης ζητημάτων που έχουν συμβάλει στην οικοδόμηση του σύγχρονου ευρωπαϊκού τρόπου τού σκέπτεσαι και του πολιτεύεσαι.
Είναι ανεκτίμητη η αξία των αρχών της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Το ίδιο το σοσιαλιστικό ιδεώδες εμπνέεται από αξίες αυτονομίας και χειραφέτησης, που δεν προάγονται μόνο με τη βελτίωση των υλικών συνθηκών ζωής της εργατικής τάξης, αλλά προϋποθέτουν το σεβασμό της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας κάθε προσώπου.
Ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός είναι η κατεξοχήν έκφραση του ανθρωπισμού. Η δήθεν αναπότρεπτη πορεία του καπιταλισμού προς την εξαθλίωση, η πορεία των μαζών προς την απόλυτη εξαθλίωση, είναι ξένη προς το πνεύμα της σοσιαλιστικής θεωρίας. Ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός είναι πρωτίστως ηθική επανάσταση και δευτερευόντως υλικός μετασχηματισμός.
Υπάρχει ανάγκη για συγχώνευση του σοσιαλισμού και του φιλελευθερισμού. Κρατούμε από το φιλελευθερισμό τη δημοκρατία, το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την ανεκτικότητα, την αποδοχή του πολιτικού πλουραλισμού και την εναλλαγή στην εξουσία. Επισημαίνουμε όμως, πως άλλο οικονομικός και άλλο πολιτικός φιλελευθερισμός.
Ο φιλελευθερισμός είναι η θεωρία που έχοντας ως αφετηρία την ελευθερία του ανθρώπινου πνεύματος ανακηρύσσει την ελευθερία σε ύψιστο σκοπό, μέσο και κανόνα της ανθρώπινης συμβίωσης. Βλέπει τον σοσιαλισμό ως φιλελευθερισμό εν δράσει. Διαφοροποιείται από τον οικονομικό φιλελευθερισμό, ο οποίος βλέπει στην αγορά τον κύριο παράγοντα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Στον πολιτικό φιλελευθερισμό δεν υπάρχει ελευθερία εκεί όπου δεν υπάρχει κοινωνική προστασία μέσα από στοχευμένη κρατική παρέμβαση κατά της φτώχειας. Ο φιλελευθερισμός είναι το κίνημα των φτωχών και όχι της ελίτ.
Ο φιλελεύθερος σοσιαλισμός θέλει να συνδυάσει την κοινωνική δικαιοσύνη με την άνθηση της ατομικής ελευθερίας. Προτείνει να επιστρέψει το σοσιαλιστικό κίνημα πίσω στις αρχές που το ενέπνευσαν, στην αρχή της πορείας του. Θέλει να αποδείξει ότι, σε τελική ανάλυση, ο σοσιαλισμός είναι μια φιλοσοφία ελευθερίας.
Τον 19ο αιώνα αναπτύχθηκε μια εναλλακτική θέση - απάντηση στον ατομικό φιλελευθερισμό και στον σοσιαλιστικό κολεκτιβισμό. Αποτέλεσε πεδίο συγκεκριμένης και συγκροτημένης κριτικής απέναντι στην τερατώδη ανάπτυξη και επέκταση της κρατικής γραφειοκρατίας και του συγκεντρωτισμού της Διοίκησης. Έγινε η κριτική φωνή απέναντι στην γραφειοκρατική γιγάντωση του Κράτους, η οποία υπονόμευε την εύρυθμη λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας της εποχής.
Στα χρόνια της δεκαετίας του ‘70 και του ‘80 η κριτική αυτή επεκτάθηκε και συμπεριέλαβε και την επικίνδυνη γιγάντωση που παρατηρήθηκε και στον ιδιωτικό τομέα. Διότι και ο Ιδιωτικός τομέας στα βιομηχανικά κράτη, στην ιστορική του διαδρομή ανέπτυξε πολύ μεγάλης κλίμακας γραφειοκρατικά φαινόμενα, παράλληλα με τον Δημόσιο. Στην αρχική της διατύπωση η συμμετοχική δημοκρατία ως πολιτική θεωρία είχε δύο χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Το πρώτο ήταν η υποστήριξη της ιδέας μιας αποσυγκεντρωτικής οικονομικής οργάνωσης βασισμένης μεταξύ άλλων αρχών και σε εκείνες της συνεργασίας και της αλληλεγγύης. Το δεύτερο ήταν η κριτική που κατέθετε για το συγκεντρωτικό και κυρίαρχο κράτος προωθώντας ταυτόχρονα τις ιδέες ενός ριζοσπαστικού ομοσπονδιακού κράτους και ενός πολιτικού πλουραλισμού.
Οι υποστηρικτές της συμμετοχικής δημοκρατίας πίστευαν αρχικά στην προώθηση της ιδέας του εθελοντισμού και των εθελοντικών οργανώσεων που προκύπτουν απ’ αυτόν, καθώς και στην ιδέα της αυτοκυβέρνησης. Η αντιπροσωπευτική δημοκρατία είναι κατά βάση ένα ανεπαρκές σύστημα αντιπροσώπευσης και εκπροσώπησης συμφερόντων. Το σύστημα αυτό δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο του μηχανισμού μιας αποτελεσματικής έκφρασης για τις πραγματικές επιθυμίες και προβλήματα του εκλογικού σώματος. Το σύστημα μιας λειτουργικής δημοκρατίας, το οποίο θα στηρίζεται κατά βάση σε συντεχνιακές δομές ως πλατφόρμα εκπροσώπησης των διαφόρων επιθυμιών, συμφερόντων και αιτημάτων μοιάζει να είναι μια ιδανική λύση.
Η μετεξέλιξη όμως των συστημάτων διακυβέρνησης σπάνια μπορεί να είναι δραστική. Έτσι, σε μια μεταβατική περίοδο προς την πορεία της αυτοοργάνωσης, η έννοια της συμμετοχικής δημοκρατίας μπορεί να αποτελέσει ένα συμπληρωματικό θεσμικό στοιχείο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η «θεσμοθετημένη δημοκρατία» είναι αυτή η οποία παραχωρεί και κατοχυρώνει μεν νομοθετικά και «εν δικαίω» δικαιώματα (πολιτικά, αστικά, οικολογικά, πολιτιστικά, κ.α.) σε όλους τους πολίτες, αλλά δεν φροντίζει, ή τουλάχιστον φροντίζει πλημμελώς, για την εξασφάλιση της δυνατότητας να ασκούνται τα δικαιώματα αυτά στη πράξη. Με άλλα λόγια, είναι διαφορετικό το να έχεις δικαιώματα και διαφορετικό να μπορείς να τα ασκήσεις πρακτικά. Η από το νόμο ύπαρξη και παροχή ορισμένων δικαιωμάτων ελευθερίας και ισότητας, παρόλο που δεν είναι διόλου αμελητέα, έχει ελάχιστη αξία, όταν δεν μπορεί κανείς να τα ασκήσει πρακτικά.
Οι υποστηρικτές της συμμετοχικής ιδέας ισχυρίζονται ότι ο βαθμός ελευθερίας και ισότητας που απολαμβάνει ο κάθε πολίτης, πρέπει να κρίνεται με βάση τις ελευθερίες που είναι χειροπιαστές. Γίνονται δε χειροπιαστές όταν μπορούν να αναπτυχθούν και να ασκηθούν τόσο στη σφαίρα της κρατικής εξουσίας, όσο και σε εκείνη της ιδιωτικής οικονομίας, όσο, επίσης, και στο πλαίσιο της κοινωνίας των πολιτών. Όταν οι ελευθερίες και τα παρεχόμενα δικαιώματα ισότητας δεν έχουν συγκεκριμένο και σαφές περιεχόμενο, δεν μπορεί να ισχυριστεί κανείς με πειστικότητα ότι έχουν και αποφασιστικές επιπτώσεις στην καθημερινή ζωή του πολίτη. Συνεπώς οι πολίτες θα αποκτήσουν πιο συγκεκριμένα και σαφή πολιτικά και άλλα δικαιώματα, όταν ενεργοποιηθούν δια της συμμετοχής σε κάθε εφικτή γι’ αυτούς εκδήλωση του πολιτικοδιοικητικού και οικονομικού μηχανισμού λήψης αποφάσεων.
Μια από τις θεμελιακές θέσεις της συμμετοχικής ιδέας είναι ότι δια του πολλαπλασιασμού και της λειτουργικής ανάπτυξης των μη κυβερνητικών οργανώσεων και των ανεξαρτήτων και αυτονόμων Αρχών θα προκύψει ένας ολόκληρος και συμπαγής τρίτος τομέας μεταξύ Κράτους - Κόμματος και Αγοράς - Ιδιώτη, η Κοινωνία των Πολιτών. Ο τομέας αυτός θα μπορεί στο μέλλον να δώσει δια της συμμετοχικής λήψης αποφάσεων φωνή, σάρκα και οστά στα περισσότερα θέματα που απασχολούν σήμερα τον πολίτη στην καθημερινότητά του. Με την μεγαλύτερη δυνατή ενεργοποίηση συμμετοχής σε υπάρχοντες δημόσιους, ιδιωτικούς και κοινωφελείς θεσμούς και οργανώσεις, καθώς και με την δημιουργία νέων, ελαττώνεται σημαντικότατα το έλλειμμα και η κρίση αντιπροσώπευσης. Η διεύρυνση της συμμετοχής, θα οδηγήσει στη διαφοροποίηση, δομικά και λειτουργικά, μεγάλου μέρους της κρατικής διοίκησης στην καθημερινότητά της. Η διοίκηση, συμπεριλαμβάνεται εδώ και η εκάστοτε κυβέρνηση, δεν θα εμφανίζει τον σημερινό εξουσιαστικό χαρακτήρα που είναι το στίγμα της, αλλά θα παίζει περισσότερο τον ρόλο του παραλήπτη ατομικών αιτημάτων μεταξύ ανταγωνιζομένων πολιτικών. Κάτι τέτοιο θα οδηγήσει, όπως έχει ήδη γίνει αλλού, στην ουσιαστική αλλοίωση της κρατικής εξουσίας. Μεταξύ της ψηφοθηρικής / κομματικοκρατίας και της αγορακρατικής / κερδοσκοπίας υπάρχει ένας τρίτος θεσμικός χώρος, ο οποίος καθορίζεται από την κοινωνία των πολιτών και από αυτόνομες και ανεξάρτητες Αρχές, ο πολλαπλασιασμός των οποίων αποτελεί κεντρική θέση της συμμετοχικής ιδέας.
Κλείνοντας, ένα γενικό συμπέρασμα που τελικά αβίαστα προκύπτει, είναι πως η Συμμετοχική Δημοκρατία δεν προτείνει απλά ένα σύνολο διαδικασιών, αλλά κυρίως, έναν νέο τρόπο ζωής!
O στόχος πρέπει να είναι ο πολιτικός απεγκλωβισμός μεγάλων κοινωνικών ομάδων από τις κατεστημένες πολιτικές αντιλήψεις. Κοινωνικών ομάδων που πραγματικά επιδιώκουν ελευθερία έκφρασης, ποιότητα ζωής, κοινωνική δικαιοσύνη.
Ιδεολογικά, πολιτικά και κοινωνικά κινήματα που εστιάζουν στην προσωπική ευθύνη που έχει το άτομο για τις πράξεις του απέναντι στον εαυτό του και το κοινωνικό σύνολο, που εστιάζουν στις δυνατότητες της εθελοντικής συνεργασίας και αμοιβαίας βοήθειας των ανθρώπων με βάση τον ατομικό αυτοπροσδιορισμό και την προσωπική συμμετοχή, όπου οι κοινωνικές σχέσεις θεμελιώνονται στην “εκούσια” ομαδική συγκρότηση αυτόνομων ατόμων, την αμοιβαία βοήθεια και την αυτοδιάθεση, κινήματα που διακηρύσσουν την κυριαρχία του ηθικού νόμου του ατόμου, προοδευτικές πολιτικές που γεννιούνται μέσα από τις διαρκείς και μόνιμες ζυμώσεις της σύγχρονης πολιτικής σκέψης, σίγουρα είναι προσπάθειες που κινούνται στο χώρο της ενιαίας ριζοσπαστικής αριστεράς και αναμφισβήτητα μπορούν να οδηγήσουν στη σταδιακή βελτίωση της επικοινωνίας μεταξύ πολιτών και πολιτικής, αναβαθμίζοντας τη ποιότητα σκέψης των Ελλήνων.
Η νέα σοσιαλδημοκρατία οφείλει, εκτός από το στόχο της αναδιανομής του πλούτου, να επιδιώξει και το στόχο της αναδιανομής ικανοτήτων, έτσι ώστε βαθμιαία επιτυγχάνοντας το στόχο της δίκαιης κοινωνίας, να δημιουργηθούν οι απαραίτητες συνθήκες για μια κοινωνία ”θετικής πρόνοιας”.
Σε μια τέτοια κοινωνία «το συμβόλαιο μεταξύ ατόμου και κυβέρνησης μεταλλάσσεται, καθώς η αυτονομία και η ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας — το μέσο δηλαδή της διάδοσης της ατομικής υπευθυνότητας — έρχονται πλέον στο προσκήνιο του ενδιαφέροντος». Ο ριζοσπαστισμός σήμερα, έχει πλέον μια έννοια διαφορετική από αυτήν που είχε παλιά.
Ο ριζοσπαστισμός ήταν η έννοια που όρθωνε την Αριστερά ενάντια στη Δεξιά. Σήμερα ριζοσπαστισμός σημαίνει την υπέρβαση από τις αγκυλώσεις της παλαιάς αριστεράς και την υπέρβαση από παλαιού τύπου αριστερές προσεγγίσεις. Έτσι, λοιπόν, ο ριζοσπαστισμός παίρνει ένα νέο νόημα, ένα Κεντροαριστερό νόημα. Μια ανανεωμένη σοσιαλδημοκρατία πρέπει να τοποθετείται αριστερά του κέντρου. Κι αυτό διότι η κοινωνική αλληλεγγύη και η πολιτική της χειραφέτησης παραμένουν κύρια συστατικά της ταυτότητάς της. Με αυτή την προσέγγιση οι σοσιαλδημοκράτες θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τόσο παραδοσιακά όσο και πρωτοεμφανιζόμενα πολιτικά προβλήματα όπως, για παράδειγμα, είναι αυτά που έχουν να κάνουν με την οικολογία».
Η σοσιαλδημοκρατία είναι, εξ αντικειμένου, συνυφασμένη με την έννοια της δημοκρατίας. Ο τρόπος με τον οποίο ορίζουμε τη δημοκρατία σήμερα δεν είναι αρκούντως δημοκρατικός. Βρισκόμαστε, μπροστά σε μια δημοκρατική κρίση και πρέπει να προχωρήσουμε σε μια εκδημοκρατικοποίηση της δημοκρατίας. Είναι γεγονός ότι μπροστά στις ριζικές εξελίξεις που φέρνει μαζί της η παγκοσμιοποίηση και η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνολογίας χρειάζεται μια περαιτέρω αξιολόγηση του επιπέδου της δημοκρατίας των κρατών και της ποιότητας επικοινωνίας στο διεθνές περιβάλλον.
Η παγκοσμιοποίηση και η ανάπτυξη της τεχνολογίας έχουν επιτρέψει την περαιτέρω εξάπλωση των δημοκρατικών αρχών. Ο «εκδημοκρατισμός της δημοκρατίας» απαιτεί την αποκέντρωση του κράτους. Κι αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος μένει αμέτοχο στις εξελίξεις. Σημαίνει, όμως, ότι η παγκοσμιοποίηση υποχρεώνει το κράτος να μεταβιβάσει εξουσίες προς τα κάτω για να μπορέσει να αναλάβει τη διεκπεραίωση των νέων υποχρεώσεων που οι παγκόσμιες εξελίξεις δημιουργούν.
Σημαίνει, επίσης, ενίσχυση της δημόσιας σφαίρας και της κοινωνίας των πολιτών με εφαρμογή της ανεκτικότητας, της αποδοχής του άλλου και τη διαφάνεια». Ένα Ισχυρό Ενιαίο Ριζοσπαστικό Κοινωνικό Ρεύμα μπορεί να είναι μια ρεαλιστική απάντηση στο νεοφιλελευθερισμό, σε αντίθεση με την παραδοσιακή Κομμουνιστική Αριστερά, η οποία αποδείχθηκε αναποτελεσματική
Μπορεί να αποτελέσει μια ρεαλιστική εναλλακτική επιλογή στη νεοφιλελεύθερη πρόταση. Ίσως να είναι και ο μόνος τρόπος για να μπορέσουμε να αποκαταστήσουμε το κύρος βασικών σοσιαλδημοκρατικών αρχών, όπως είναι αυτή της κοινωνικής αλληλεγγύης. Αυτή είναι και η σημαντική πρόκληση για τη σημερινή σοσιαλδημοκρατία, για τη Νέα Ριζοσπαστική Κοινωνική Πλειοψηφία.
|
Hellas Blogs: Arcadia Blogs (Αρκαδία) Xanthi Blogs (Ξάνθη) Veria Blogs (Βέροια) Komotini Blogs (Κομοτηνή) Santorini Blogs (Σαντορίνη) Viotia Blogs (Βοιωτία) |
![]() |
Copyright © 2008 Lefkada Blogs Πληροφορίες για το site Καταχωρήστε το δικό σας blog |
Last Update: 03.09.2010 14:10:21 |
