Ίσως πάλι να μην είμαι εγώ που έχω γεράσει (38 είμαι, να ξηγιώμαστε…). Ίσως να’ ναι η ίδια η ζωή που έχει γίνει σαν σταφιδιασμένη γριά, σαν στρυφνή και απαιτητική μέγαιρα, σα να’ χεις μια λάμια για εργοδότη, αν με καταλαβαίνετε. Κάθομαι λοιπόν και κάνω κάτι θλιβερές συγκρίσεις. Ασφαλώς δε θα σας ενδιαφέρουν ή δε θα έχετε χρόνο να τις αξιολογήσετε, αλλά θα καταγράψω μερικές από αυτές, έτσι, για τον χρόνο που μου πήρε να τις μηρυκάσω.
-Παλιά το έτος είχε τέσσερις εποχές. Στις αρχές του Σεπτέμβρη, όταν άρχιζαν τα πρωτοβρόχια, το χώμα μύριζε τόσο έντονα που, ακόμα και σήμερα, ακόμα και τις πιο άνυδρες μέρες του Σεπτέμβρη, η μυρωδιά επιστρέφει στα ρουθούνια μου. Σήμερα όμως δεν υπάρχουν πια τέσσερις εποχές, με εξαίρεση τα CD του Βιβάλντι. Δύο και με το ζόρι.
-Παλιά περιμέναμε να γυρίσει η μάνα με το νερό από το πηγάδι, ή στηνόμασταν με τις ώρες για να πάρουμε ένα δοχείο ανά άτομο στη βρύση. Δε θυμάμαι όμως δίψα. Σήμερα, με τεράστια υδρευτικά έργα συζητάμε για την ανάγκη διαχείρισης των υδάτων.-Παλιά τρέχαμε με ποδήλατα στις ακτίνες των οποίων στερεώναμε κομμάτια χαρτόνι για να μιμηθούμε τον ήχο μιας μηχανής. Πετούσαμε σαν τον άνεμο και δε θυμάμαι να είχα αργήσει ποτέ. Σήμερα έχουμε αυτοκίνητα πολλών κυβικών, κινούμαστε σαν τις χελώνες και φτάνουμε πάντα αργοπορημένοι.
-Κάποτε και το πιο ασήμαντο γεγονός αποτελούσε αιτία για γιορτή. Σήμερα ακόμα και οι γιορτές αποτελούν αιτία υπεκφυγών.
-Μεγάλωσα σε ένα σπίτι 50 τετραγωνικών που πάντα είχε γωνίες για να ανακαλύψεις και έμοιαζε στα παιδικά μου μάτια σα γήπεδο. Σήμερα ζούμε σε μεγαλύτερα σπίτια αλλά ούτε μυστικά κρύβουν, ούτε χωράμε.
-Παλιά βγαίναμε βόλτα με τους φίλους μας, ενώ σήμερα μπαίνουμε στο διαδίκτυο μπας και τους πετύχουμε στο facebook.
-Μας αρκούσε ένα ταβερνάκι με μουσική, καλή παρέα και μια ψιλοκουβεντούλα για να περάσουμε καλά. Σήμερα μπαίνουμε σε κλαμπ δύο χιλιάδων ατόμων, δεν ξέρουμε και πολλά για την παρέα μας, μιλάμε φωναχτά στ’ αυτιά και περνάμε χάλια.
-Κλειδί στην πόρτα δε θυμάμαι να είχε μπει ποτέ, χώρια που το καλοκαίρι έμενε ορθάνοιχτη. Σήμερα ο κόσμος βάζει συναγερμούς, κάγκελα και κλειδαριές ασφαλείας για να κρατήσει το φόβο του απέξω.
-Δεν είχαμε δραχμή στην τσέπη και δε μας έλειπε τίποτα. Σήμερα έχουμε δικά μας λεφτά και ποτέ δεν μπορούμε να αγοράσουμε όλα όσα θέλουμε.
-Είχαμε δύο τηλεοπτικά κανάλια (ΕΡΤ, ΥΕΝΕΔ) και μας φαινόταν ότι όλα τα προγράμματα, ακόμα και εκείνα τα άθλια αμερικάνικα, ήταν ενδιαφέροντα. Σήμερα έχουμε περισσότερα κανάλια από τη Βενετία και δεν αντέχουμε να την ανοίξουμε τη ρημάδα.
-Γεγονός ήταν τότε μια επιστημονική ανακάλυψη ή ένας πόλεμος. Σήμερα γεγονός είναι ο γάμος ή το διαζύγιο της Μενεγάκη.
-Οι εφημερίδες και τα περιοδικά έπαιρναν συνεντεύξεις από τον Ελύτη και τον Χατζιδάκι. Σήμερα παίρνουν από το Καρβέλα και τη Σάσα Μπάστα.
-Τότε φλερτάραμε και αγγιζόμασταν στα κρυφά. Σήμερα στέλνουμε SMS.
-Κάποτε ο κόσμος δούλευε ένα οχτάωρο. Σήμερα δουλεύει δύο.
-Κάποτε ζούσαν όλοι με το μεροκάματο. Σήμερα ζουν με τις κάρτες.
-Οι τραγουδίστριες τότε τραγουδούσαν με τη φωνή. Σήμερα τραγουδάνε με το βυζί.
-Κάναμε άπειρα πράγματα και είχαμε χρόνο και για τον εαυτό μας. Τώρα πια δεν έχουμε χρόνο για κανέναν.

Είναι κι άλλα που σκέφτομαι και νιώθω σα να άνοιξε το περίφημο και κακόφημο χάσμα των γενεών μέσα μου. Σε αυτό το σημείο θα μου πει, και με το δίκιο του, κάποιος εικοσάχρονος : «Θες να γυρίσεις σε μια εποχή χωρίς υπολογιστές, χωρίς ανέσεις, χωρίς αυτοκίνητα και χωρίς τηλεόραση; Μαλάκας είσαι;» Όχι, ελπίζω όχι. Γιατί δεν είναι νοσταλγία μιας εποχής που πέθανε ετούτο το ποστ. Είναι περίσκεψη για την εποχή που διαλέξαμε να χτίσουμε πάνω στον τάφο της. Γιατί τα «τότε» και τα «κάποτε» έμοιαζαν περισσότερο με ζωή, απ’ ότι τα «σήμερα».
Ίσως βέβαια κάποιος παρατηρήσει ότι ανέκαθεν εκφράζονταν παρεμφερή παράπονα. Ότι οι εποχές αλλάζουν μοιραία και η ζωή είναι ένα τρένο που τρέχει. Ότι οι νέοι είναι πάντα οι σκαπανείς, η δύναμη που ανατρέπει το παρελθόν. Υπάρχει ωστόσο μια μικρή ένσταση από την ταπεινότητά μου. Κι αυτή έχει να κάνει με την ταχύτητα. Στο παρελθόν οι όποιες αλλαγές ήταν σταδιακές και ξετυλίγονταν με σχετικά σταθερό ρυθμό. Η υποτιθέμενη εξέλιξη όμως, σήμερα γίνεται, όχι με σταθερή ταχύτητα, μα με επιταχυνόμενη κίνηση. Οι αλλαγές που προκύπτουν είναι αστραπιαίες, καταρρακτώδεις και ριζικές. Θαρρείς πως το μέλλον έρχεται καταπάνω μας ξέφρενα, σαν ακυβέρνητη νταλίκα.
Τι άμυνες προβάλουν οι νέοι σε αυτόν τον ίλιγγο; Καθημερινά βομβαρδιζόμαστε με 38 GB πληροφοριών. Ο υπολογιστής μου θα είχε στενάξει. Πώς να διυλίσει κανείς αυτόν τον καταρράχτη; Από πού να πιαστεί; Ακόμα και τα σημεία αναφοράς, οι προσωπικότητες, η επιστήμη, οι τέχνες, αποσυμβολοποιούνται ώστε να αποδυναμωθούν. Ό,τι δεν μπορούν να πολεμήσουν απλά το κάνουν μόδα, μέχρι να εκφυλιστεί. Έτσι εξηγείται η αθρόα παραγωγή μαζικής κουλτούρας, ανώδυνης και εύπεπτης. Κάπως έτσι γίνεται σοκολατάκι η Μόνα Λίζα, πόστερ ο Αϊνστάιν και μπλουζάκι ο Τσε.
Και το «τότε» τι διαφορά είχε; Ξαναρίξτε μια ματιά στην πρόχειρη λίστα μου. Αυτό το «τότε» μου φαίνεται πιο οικείο, πιο ζεστό, πιο ανθρώπινο και –κυρίως- πιο κατανοητό. Αυτό το «τότε» θα το ονόμαζα «ζωή». Σήμερα η ζωή τρέχει σα να της έχουν βάλει νέφτι στον κώλο. Κι εμείς, σαν τον Νασρ-εντ-Ντιν, βάζουμε νέφτι και στον δικό μας μπας και την προλάβουμε. Αυτό που ζούμε δεν είναι ζωή. Είναι η σκιά της.

«Και τι προτείνεις ρε μεγάλε;» θα πει η φωνή της λογικής που αρέσκεται στο να με ελέγχει. Δυστυχώς δεν έχω να προτείνω μια συλλογική, μια ολοκληρωτική λύση, αν και η θρυλούμενη ολοσχερής καταστροφή του 2012 μου έρχεται κουτί. Έχω όμως να προτείνω μερικές ατομικές λύσεις. Να κλείσουμε τα μάτια μας στο αγοραίο για να ξαναδούμε όνειρα που δεν πουλιούνται. Να βουλώσουμε τα’ αυτιά μας στη βουή για ν’ ακούσουμε το φλοίσβο και το θρόισμα. Ν’ αφιερώσουμε χρόνο για να μετρήσουμε τις ρυτίδες στα πρόσωπα και για να αποτυπώσουμε τις αποχρώσεις της θάλασσας. Να πούμε «σ’ αγαπώ» και «καλημέρα», έτσι, χωρίς αντάλλαγμα. Να περπατήσουμε, να κλείσουμε τα φώτα, να σταθούμε μες στη βροχή, να παίξουμε με τα παιδιά, σαν παιδιά. Και πριν απ’ όλα να καταδυθούμε σ’ αυτό το αβυσσαλέο πηγάδι που μας τρομάζει, την ψυχή μας την ίδια, μπας και ξαναβρούμε στα σκοτάδια τη χαμένη μας αθωότητα.

«Μα…είναι αυτό λύση;» θα αντιτείνει η φωνή. «Έτσι πιστεύεις ότι θα σωθεί ο κόσμος;» θα ειρωνευτεί μετά. Όχι. Έτσι δε θα σωθεί ο κόσμος, ίσως όμως σωθούμε εμείς. Κι αν σωθούν πολλοί από μας, έχει ελπίδα κι ο κόσμος. Ίσως μάλιστα τότε η ζωή να πατήσει φρένο και να προλάβουμε να χωθούμε μέσα να κουρνιάσουμε. Ακόμα όμως κι αν γυρίσουμε κατάμαυροι σαν ανθρακωρύχοι και με χέρια άδεια, από τα έγκατα της ψυχής μας, ακόμα και τότε λέω, θα έχουμε δώσει κάποιο νόημα σ’ αυτό που λέμε ύπαρξη. Αλλά να ξέρετε, ένας ανθρακωρύχος, κάθε που επιστρέφει στο φως, δεν είναι ποτέ ο ίδιος άνθρωπος που χώθηκε στο λαγούμι. Είναι πάντα καλύτερος.
Ξέρω, ξέρω…Ώρες- ώρες μιλάω σαν ξεμωραμένος γέροντας. Αλλά μη δίνετε σημασία. Μη χάνετε άλλο το χρόνο σας. Ασφαλώς κάτι επείγον θα έχετε να κάνετε.
Σημ: Το άρθρο ετούτο το χρωστάω και στις σκέψεις ενός συναδέλφου. Του Γιώργου Πετράκη. Τίποτε άλλο δεν ξέρω γι' αυτόν, μα ποτέ δεν είναι αργά. _uacct = "UA-4182737-1"; urchinTracker();
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Παναγιώτης Κονιδάρης" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »
Διαδώστε αυτό το άρθρο σε άλλα sites:

